H ιστορική αλήθεια για την Επανάσταση του 1821

Το 1821 και οι Συντελεστές του.

Αμφισβητήσεις και Επακριβώσεις
Ένα απὸ τα φοβερότερα ανοσιουργήματα στο χώρο της Ιστορίας -αυτόχρημα αναιρετικὸ της ιστορικής επιστήμης- είναι η ιδεολογικὴ ερμηνεία και χρήση των ιστορικών δεδομένων. Τότε ο ιστορικὸς δεν κάνει επιστήμη (απροκατάληπτη δηλαδὴ και ελεύθερη έρευνα), αλλὰ πολιτική. Ένα δε απὸ τα ιστορικὰ γεγονότα, πρωταρχικής για τον Ελληνισμὸ σημασίας, που δεινοπαθεί ιδιαίτερα απὸ την ιδεολογικοποιημένη ιστορία, είναι το 1821, η Μεγάλη Επανάσταση του Ελληνικού Γένους / Έθνους και ο αληθινὸς χαρακτήρας της. Το 1821 σηματοδοτεί την αρχὴ του Ελληνικού Κράτους και γι’ αυτὸ όλες οι ιδεολογίες ζητούν να το παρουσιάσουν ως δικό τους, να σφετερισθούν τη δόξα του.

Μια ομάδα ερευνητών προσεγγίζουν το ’21 με ένα πνεύμα αμφισβητήσεως και διάθεση απορριπτικὴ για κοινωνικὲς ομάδες, που καταλέγονται στους συντελεστές του. Γι’ αυτοὺς το ’21 είναι «σημείον αντιλεγόμενον (Λουκ.2,34) και ζητούν την απομύθευσή του, στα πλαίσια του γνωστού αιτήματος «να ξαναγραφεί η Ιστορία». Διατυπώθηκαν μάλιστα θέσεις, που επαναλαμβάνονται αυτούσιες απὸ τους συνεχιστές τους, ιδιαίτερα στο χώρο της παιδείας και της ανεύθυνης (υπάρχει και τέτοια) δημοσιογραφίας. Κυρίως πολεμείται η θέση του «ανωτέρου» (λεγομένου) Κλήρου(1) στον Αγώνα και αμφισβητείται γενικότερα ο ρόλος του Ράσου σ’ αυτόν. Επισημαίνονται προδοσίες, χαρακτηρίζονται προδότες, ελέγχονται συμπεριφορές, αμφισβητείται η προσφορά. Τα «Επιχειρήματα» όμως περιορίζονται συνήθως σε ωραιολογίες και ανέρειστες γενικεύσεις ή γλωσσικὰ πυροτεχνήματα χωρὶς τεκμηρίωση. Η ιδεολογικοποιημένη αυτὴ «ιστορικὴ ερμηνεία» αναπαράγεται, συνεχώς, και παρασύρει τους αδύνατους καὶ ανίκανους να επιχειρήσουν αυτοδιαπιστώσεις. Ιδιαίτερα δε στο χώρο της παιδείας το θύμα παρόμοιων ιδεολογημάτων είναι η Νεολαία, που οδηγείται στην αμφισβήτηση και την άρνηση, πριν ακόμη γνωρίσει την ιστορικὴ αλήθεια.

Ανταποκρινόμενος στην παράκληση των Οργανωτών αυτής της πανηγυρικής συνάξεως, θα προσπαθήσω να απαντήσω στα ερωτήματα: Ποια η συμβολὴ του Κλήρου στον Αγώνα; Ωφέλησε ή έβλαψε το Γένος; Ποια η συμμετοχὴ του γενικότερα στην Ανάσταση του Γένους; Στάθηκε στὸ πλευρό του ή αδιαφόρησε; Μπορούμε να μιλούμε για αντίδραση ή αδιαφορία; Θα προσεγγίσουμε τα ερωτήματα αυτὰ μέσα απὸ τις ιστορικὲς μαρτυρίες, ελέγχοντας τη στάση του Κλήρου κατὰ την πορεία προς τον αγώνα και κατὰ τη διεξαγωγή του. Σκοπός μας δεν είναι μία (ανώφελη και προκλητική) απολογητικὴ υπὲρ του Κλήρου -τότε θα ίσχυε το αρχαίο: «το τας ιδίας ευεργεσίας υπομιμνήσκειν τινὶ ίδιον τω υβρίζειν»- αλλὰ η αντικειμενική, κατὰ το δυνατόν, ερμηνεία.

1.Το δiλημμα «συνύπαρξη ή αντίσταση» και η δυναμική του (2).

Μετὰ την Άλωση (1453) το Γένος ολόκληρο διχάσθηκε στη στάση του απέναντι στον κατακτητή. Δυο τάσεις διαμορφώθηκαν: ο συμβιβασμὸς με τη νέα κατάσταση, κινούμενος ανάμεσα στη μοιρολατρία και την ελπίδα αποκαταστάσεως, ή η δυναμικὴ αντίσταση με κάθε δυνατὸ μέσο. Την πρώτη τάση εκπροσωπούσαν οι αντιδυτικοὶ ή ανθενωτικοί, ενώ τη δεύτερη οι ενωτικοὶ και φιλοδυτικοί. Η διάσταση ενωτικών-ανθενωτικών προϋπήρχε φυσικὰ της Αλώσεως, διότι οι δυο παρατάξεις διαμορφώθηκαν αμέσως μετὰ το τελικὸ σχίσμα Ανατολής-Δύσεως (1054). Η αντιλατινική-αντιφραγκικὴ πλευρὰ ήταν η πολυπληθέστερη και ισχυρότερη, διότι την συντηρούσε η μόνιμη-απόδειξη το 1204 – φραγκικὴ επιβουλὴ απέναντι στην Ορθόδοξη-Ρωμαίικη Ανατολή. Στους φιλοδυτικοὺς καταλέγονταν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί. Οi πρώτοι, διότι ταυτίζονταν στις θεωρητικὲς αναζητήσεις τους με τους δυτικοὺς διανοουμένους (ενδοκοσμικὴ εσχατολογία), ενώ οι δεύτεροι και δια λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία βοήθειας). Με την αλληλοπεριχώρηση θεολογίας και πολιτικής, βασικὸ γνώρισμα της Ρωμανίας («Βυζαντίου»), η σύγκρουση των δυο παρατάξεων δεν έμεινε στο θεωρητικὸ επίπεδο, αλλά επηρέασε όλο το φάσμα της ζωής.
Συνείδηση των Ανθενωτικών ήταν, ότι την Ορθόδοξη-Ρωμαίικη ταυτότητα (που για το Γένος ήταν και Εθνική) δεν την απειλούσαν τόσο οι Οθωμανοί, όσο οι Φράγκοι. Η πίστη, όχι ως θρησκευτικὴ ιδεολογία, αλλά ως θεραπευτική της υπάρξεως και μέθοδος θεώσεως-σωτηρίας, θα έχει πάντοτε στην Ησυχαστικὴ παράδοση και τα πηρεαζόμενα από αυτὴν πλατειὰ λαϊκὰ στρώματα πρωταρχικὴ σημασία. Αυτὴ τη συνείδηση κωδικοποιεί και επαναδιατυπώνει τον 18ο αιώνα ο μεγάλος Απόστολος του δούλου Γένους, ο Άγιος Κοσμάς Αιτωλός: «Και διατὶ δεν έφερεν ο Θεὸς άλλον βασιλέα, που όταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντὰ να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον, μέσαθεν από την Κόκκινην Μηλιὰν και του το εχάρισε; Ήξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις τὴν πίστιν, και (=ενώ) ο Τούρκος δεν μας βλάπτει. Άσπρα (=χρήματα) δώσ’ του και καβαλλίκευσέ τον απὸ το κεφάλι. Και δια να μη κολασθούμεν, τι έδωσε του Τούρκου, και τον έχει ο Θεὸς τον Τούρκον ωσὰν σκύλον να μας φυλάη…»(3). Ο άγιος Κοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους δυτικόφρονες – ενωτικούς, χωρὶς μάλιστα να μπορεί νὰ κατηγορηθεί ως εχθρὸς του Λαού ή σκοταδιστής. Μόνο όσοι έχουν εμπειρία της ησυχαστικής παραδόσεως, που διασώζεται στις λαϊκὲς πρακτικές, μπορούν να κατανοήσουν τη δυναμική της πίστεως μέχρι τον 19ο αιώνα(4). Αντίθετα οι φιλενωτικοὶ ήσαν πάντα πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της πίστεως (δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που προσχώρησαν στιν παπισμό), διότι τα κριτήριά τους ήταν προπάντων ενδοκοσμικὰ και καιρικά. Οι δεύτεροι έρριχναν το βάρος στην εξωτερικὴ ελευθερία. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να λεχθεί, ότι μολονότι η πρώτη τάση διέσωσε την ταυτότητα του Γένους, η δεύτερη το κράτησε σε μόνιμο επαναστατικὸ βρασμό. Η αντίθεσή τους, χωρὶς να γίνεται απὸ τότε αισθητό, λειτούργησε ως σύνθεση. Βέβαια, κατὰ τον γνωστὸ ιστορικὸ Στήβεν Ράνσιμαν, οι ανθενωτικοὶ δικαιώθηκαν, διότι μ’ αυτοὺς «διατηρήθηκε η ακεραιότητα της Εκκλησίας και με αυτὴν και η ακεραιότητα του Ελληνικού λαού»(5).
Η πολιτικὴ της συνυπάρξεως εκφραζόταν ως πολιτικὴ κατευνασμού του κατακτητή και περιορισμένης συνεργασίας και την εγκαινίασε, κατ’ ανάγκην, ο πρώτος Γενάρχης, Οικουμενικὸς Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (1454). Η στάση αυτὴ στόχευε στην περίσωση των δυνάμεων, που είχαν μείνει στο Γένος. Βέβαια, απὸ το φρόνημα των προσώπων εξηρτάτο η φύση και η έκταση που θα έπαιρνε αυτὴ η «συνεργασία». Η στάση αυτὴ όμως δικαιωνόταν ιστορικά, διότι είχε εφαρμοσθεί ήδη απὸ την Αραβοκρατία (7ος αι.), Άρα υπήρχε μακρὰ πείρα, και θεμελιωνόταν θεολογικὰ στο γνωστὸ παύλειο χωρίο της Πρὸς Ρωμαίους (13,1: «Πάσα ψυχὴ εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. Ου γάρ εστιν εξουσία, ει μη υπὸ Θεού…»), σε συνδυασμὸ βέβαια με το επίσης αποστολικό: «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. 5, 29). Η υπακοὴ στα τυραννικὰ καθεστώτα, όχι στους τυράννους, έχει όρια («εν οις εντολὴ του Θεού μη εμποδίζηται», κατὰ τον Μ. Βασίλειο, P.G. 31, 860) και δεν νοείται ορθόδοξα ως «ταύτιση», αλλὰ ως μέτρο καιρικό, όταν δεν υπάρχει άλλη (χριστιανικὰ δικαιωμένη) επιλογή.

Βέβαια, στὸ σημεὶo αυτὸ πρέπει νὰ υπογραμμισθεί ότι ο λόγος εδώ αφορά στο Ράσο στο σύνολό του και όχι σε κάποια προσωπικὴ επιλογή. Η Εκκλησία, σε κάθε εποχή, έχει την αποστολὴ της Μάνας. Να προφυλάσσει και να σώζει το ποίμνιό της. Κάθε δυναμικὴ στάση, που θα οδηγούσε σε αποτυχία και καταστροφή, θα καταλογιζόταν πάντα εναντίον της,(6). Η ανοχὴ και διαλλακτικότητα του Κλήρου δεν μπορεί να ερμηνεύεται συλλογικὰ ως ένοχος συμβιβασμὸς και εθελοδουλία, παρὰ μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες διακριβώνεται εσωτερικὴ ταύτιση με τον κατακτητή. Αλλὰ τέτοιες περιπτώσεις ελεγχόμενης διαγωγής Κληρικών, υπήρξαν σπανιότατες. Τα εκκλησιαστικὰ κείμενα, ιδιαίτερα δε τα Πατριαρχικά, έχουν πάντα ανάγκη αποκρυπτογραφήσεως. Διότι σκοπὸς τους ήταν να παραπλανήσουν την Πύλη. Το Πατριαρχείο ως Εθναρχία, έπρεπε να φαίνεται πάντα άψογο απέναντι στην Πύλη, ανεξάρτητα απὸ τις πραγματικές του διαθέσεις. Οι συχνὲς θανατικὲς εκτελέσεις Πατριαρχών και Μητροπολιτών αποδεικνύουν, πόσο μικρὴ ήταν η εμπιστοσύνη της Πύλης απέναντί τους και, συνεπώς, την ορθότητα της θέσεως αυτής.

Η πολιτικὴ όμως της συνυπάρξεως είχε και μία δυναμικὴ διάσταση. Την πίστη στη δυνατότητα βαθμιαίας αποκαταστάσεως των Οθωμανών στη διακυβέρνηση του Κράτους και τη δημιουργία ενὸς «Οθωμανικού Κράτους του Ελληνικού Έθνους». Κατὰ την άποψη αυτὴ η Ανάσταση του Ρωμαίικου (της Ρωμανίας/«Βυζαντίου») θὰ ερχόταν χωρὶς επανάσταση, αλλὰ με τη βαθμιαία διάβρωση του κράτους και την αθόρυβη μεταλλαγή του. Η επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) καὶ η επικράτηση του Εθνικιστικού φανατισμού στην Οθωμανικὴ Αυτοκρατορία αποσκοπούσε ακριβώς στην επίσχεση των Ρωμηών (καὶ των Αρμενίων) στη συνεχώς αυξανόμενη συμμετοχή τους στον κρατικὸ μηχανισμό. Και αυτὸ δικαιώνει τη φαναριώτικη πολιτική. Η πολιτικὴ αυτὴ της πρόσκαιρης «συνεργασίας» μπόρεσε να βελτιώσει τη θέση του υπόδουλου Γένους, με την σνάπτυξη της αυτοδιοικήσεως στις κοινότητες και την ανάδειξη στελεχών μιας ελληνικής πολιτικής ηγεσίας.

Πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη, ότι «η Εκκλησία εδραίωσε όλη της την επιρροή, ώστε νὰ αποθαρρύνει τις εξεγέρσεις των ορθοδόξων κατὰ της κυβέρνησης τοῦ Σουλτάνου(6α). Μολονότι η διάθεση του συγγραφέα είναι θετικὴ απέναντι στην Ορθόδοξη Εθναρχία, η τοποθέτηση αυτὴ δεν επιβεβαιώνεται απὸ τα πράγματα. Ο Εκκλησιαστικὸς χώρος, σε όλο του τὸ φάσμα, δεν έχει να δείξει μόνο εκπροσώπους της πολιτικής της περιορισμένης συνεργασίας, αλλὰ και στην πλευρὰ της δυναμικής αντιστάσεως. Αυτὸ είναι ενδεικτικὸ της ελευθερίας στο σώμα της Εκκλησίας, σε θέματα επιλογών τακτικής. Τον 16ο καὶ 17ο αιώνα Πατριάρχες και Μητροπολίτες έλαβαν απροκάλυπτα μέρος σε εξεγέρσεις. Και δεν επρόκειτο μόνο για φιλοδυτικούς, παρασυρόμενους απὸ τη δυτικὴ προπαγάνδα, αφού και ένας ησυχαστὴς Αγιορείτης, ο Άγιος Μάξιμος ο «Γραικός» (l6ος αι.), επιδίωξε να υποκινήσει τους Ρώσους εναντίον των Τούρκων.
Διαπίστωση αδιάψευστη της έρευνας είναι, ότι δεν υπάρχει εξέγερση του υποδούλου Γένους, στην οποία δεν έπαιξαν ενεργὸ ρόλο Κληρικοὶ καὶ Μοναχοί. Μια περιδιάβαση στην πολύτομη (και πολύτιμη) «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» του καθηγητού Αποστ. Βακαλόπουλου επιβεβαιώνει τη θέση αυτή. Και δεν ήσαν λίγα τα επαναστατικὰ κινήματα του δούλου Γένους(7). Περισσότερες απὸ 70 είναι, κατὰ τον υπολογισμό μας, οι εξεγέρσεις και τα επαναστατικὰ κινήματα σ’ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, χωρὶς να λαμβάνουμε υπόψη ανάλογες κινήσεις σε βενετοκρατούμενες περιοχές. Και σ’ όλα πρωτοστατούν Κληρικοὶ κάθε βαθμού και Μοναχοί. Το Ράσο γίνεται ένα είδος επαναστατικού λαβάρου και σημαίας. Βέβαια, τα αποτυχημένα αυτὰ επαναστατικὰ κινήματα επιτρέπουν και κάποιες άλλες σημαντικὲς διαπιστώσεις:
α) Το Γένος δεν συμβιβάσθηκε ποτὲ με την κατάσταση της δουλείας και δεν έπαυσε να πιστεύει στη δυνατότητα αποκαταστάσεώς του.
β) Οι επανειλημμένες αποτυχίες των επαναστατικών αυτών κινημάτων δικαιολογούν, αλλὰ και ερμηνεύουν συνάμα, τους δισταγμοὺς των ηγετών του Γένους το 1821, όταν μάλιστα το φόβο της νέας τραγικής αποτυχίας τον ενίσχυε η καταθλιπτικὴ παρουσία της «Ιεράς Συμμαχίας» (απὸ το 1815).
γ) Αποδεικνύεται τελείως αβάσιμο το επιχείρημα, ότι ο Διαφωτισμὸς και ιδίως η Γαλλικὴ Επανάσταση (1789) γέννησαν το ’21(8), όταν το Γένος δεν παύει στιγμὴ να βρίσκεται σε επαναστατικὸ βρασμό. Η Γαλλικὴ Επανάσταση ήταν φυσικὸ να επιταχύνει τους ρυθμοὺς και να ενθαρρύνει την αστικὴ τάξη, όχι όμως και να προκαλέσει τον αγώνα του 1821, ο οποίος δεν είναι παρὰ ένας σταθμὸς στη μακραίωνη φιλελεύθερη πορεία του Γένους μας.

Η μεγάλη Ανθενωτικὴ ή Ησυχαστικὴ παράταξη, στην οποία ανήκαν κατὰ κανόνα καὶ οι Πατριάρχες και Μητροπολίτες, το Εθναρχικὸ δηλαδὴ σώμα, έχει να επιδείξει και μία σημαντικότερη ακόμη αντίσταση, ανταποκρινόμενη μάλιστα απόλυτα στο πνεύμα της Ορθοδόξου παραδόσεως. Είναι οι Νεομάρτυρες. Αυτοὶ προέβαλαν τη συνεπέστερη για την Ορθοδοξία και αποτελεσματικότερη για το Γένος Αντίσταση, χωρὶς μάλιστα θυσίες άλλων, παρὰ μόνο του εαυτού τους(9). Διότι, μη ξεχνάμε, το πρόβλημα της εκχύσεως του αίματος των άλλων, ακόμη και σὲ περίπτωση «νόμιμης» άμυνας ή απελευθερωτικής εξεγέρσεως, στην ησυχαστικὴ (αυθεντικὴ δηλαδή) Ορθόδοξη συνείδηση δεν βρίσκει εύκολα λύση. Οι Νεομάρτυρες ξαναζωντάνεψαν την αρχαία χριστιανικὴ παράδοση του μαρτυρίου. Η ομολογία τους αποσκοποῦσε στην έμπρακτη απόρριψη του κατακτητή και την άμεση επιβεβαίωση της υπεροχής της δικής τους πίστεως, που περιέκλειε συνάμα και τον εθνισμό τους. Σ’ όλη τη μακρὰ δουλεία, απέναντι στους εξωμότες (εξισλαμισθέντες) ή και τους κρυπτοχριστιανούς, που αληθινὰ ή όχι κατέφασκαν την ιδεολογία του κατακτητή, στέκονταν οι δημόσιοι καταφρονητές της, οι Νεομάρτυρες, μόνιμη παρηγορία και στήριγμα της συνειδήσεως των υποδούλων αδελφών τους. Οι Νεομάρτυρες ενσαρκώνουν μάλιστα πληρέστερα απὸ τους Εθνομάρτυρες την ελληνορθόδοξη παράδοση, διότι διακρίνονται όχι μόνο για ηρωϊσμό, αλλὰ για την αγιότητα-πνευματικότητα, που υποδεικνυόταν με τα θαύματα, που συνόδευαν το μαρτύριό τους. Κίνητρό τους δεν ήταν το μίσος, εναντίον των κατακτητών, αλλὰ η αγάπη για τον Χριστὸ και τους ανθρώπους, ακόμη και τους διώκτες τους.

Σε τελευταία όμως ανάλυση οι στρατιὲς των Νεομαρτύρων αποδεικνύουν τη συμμετοχὴ καὶ του Ράσου στην αντίστασή τους, όπως και την ενότητα του Γένους εναντίον του Τυράννου. Οι Νεομάρτυρες προετοιμάζονταν για την ομολογία τους απὸ τους Πνευματικοὺς-Γέροντες (ανάμεσά τους και Επίσκοποι). Οι βίοι και τα μαρτύρια των Νεομαρτύρων κυκλοφορούνταν και διαβάζονταν, είτε μεμονωμένα απὸ τους πιστούς, είτε στις μνήμες τους ως συναξάρια. Καὶ μόνο η καθιέρωση της τιμής της μνήμης των Νεομαρτύρων, αμέσως μετὰ τη θυσία τους, βεβαιώνει τη, σιωπηρὴ
έστω (για ευνόητους λόγους), κατάφαση απὸ μέρους του Εθναρχικού Κέντρου (του Οικουμενικού Πατριαρχείου) της θυσίας τους και αναγνώριση της σημασίας της για τη συνέχεια του Γένους.
Σ’ αυτὴν όμως τη συνάφεια θα ήθελα να δηλώσω, ότι ακλόνητη πεποίθησή μου, θεμελιουμένη στη μελέτη τόσο της τάσεως για περιορισμένη συνεργασία με τον κατακτητή, όσο και εκείνης για αντίσταση, είναι η σύγκλιση τελικά, και των δυο προς ένα κοινὸ στόχο: την αποκατάσταση του Γένους. Η διαφορὰ εντοπιζόταν στον τρόπο θεωρήσεως του αιτήματος και στα χρησιμοποιούμενα μέσα, όχι όμως στη στοχοθεσία. Δεν είναι η μόνη περίπτωση παρόμοιων «διχασμών» του Γένους.

Η περίπτωση των Νεομαρτύρων όμως δείχνει πέρα απὸ τα παραπάνω και τη σημασία των Μοναστηριών στους αγώνες για την Ανάσταση του Γένους. Ο καθηγητὴς Απόστολος Βακαλόπουλος, ονομάζει αδίστακτα τα Μοναστήρια «προμαχώνες μπροστὰ στα κύματα του Μουσουλμανισμού»(10). Δεν ήσαν, πράγματι, μόνο κέντρα παιδείας («κρυφὰ» σχολεία), καταφυγής καὶ προστασίας των Ραγιάδων. Δὲν ήσαν μόνο πνευματικὲς κολυμβήθρες για τον συνεχή αναβαπτισμὸ του Γένους στην παράδοση του»(11). Ήσαν και αντιστασιακὰ-επαναστατικὰ κέντρα σε σημείο, που να μην υπάρχει εξέγερση ως τὸ 1821, στην οποία δεν πρωτοστατοῦν κάποιο ή κάποια Μοναστήρια, ως επίκεντρα της επαναστατικής δραστηριότητας, αλλὰ και χώροι, απὸ τους οποίους ξεπηδούσαν επαναστάτες-πολεμιστές. Οι Μοναχοί μας, ποτὲ δεν θεώρησαν αντίθετο πρὸς τον πνευματικό τους αγώνα, τον αγώνα για την εθνικὴ ελευθερία και τη θυσία τους γι’ αυτήν.
Αυτὴ την στάση των Μοναστηριών στον αγώνα ομολογεί και προσδιορίζει με το δικό του μοναδικὸ τρόπο ο Στρατηγὸς Μακρυγιάννης: «Τα άγια τα μοναστήρια, οπού έτρωγαν ψωμὶ οι δυστυχισμένοι […] απὸ τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν καπουτσίνοι δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες· δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τὸν αγώνα της πατρίδος σ’ αὐτὰ τὰ μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου, και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι υπερέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνον οι με μένα σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήνα»(12).

Ο Μακρυγιάννης επικαλείται την προσωπική του εμπειρία, για να κατοχυρώσει τη συμμετοχὴ των Μοναστηριών στο μακρὸ αγώνα της ανεξαρτησίας. Με αφετηρία την καθαρὰ ορθόδοξη-ρωμαίικη συνείδησή του, νομίζω, ότι δεν τον παρερμηνεύουμε, αν τὴν αναφορά του στο δυτικὸ μοναχισμὸ την ερμηνεύσουμε μὲ βάση την εθνικὴ προσφορὰ των Μοναχών μας. Η φράση «δρν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί» γιὰ μας σημαίνει: δεν είχαν καμιὰ σχέση με τα δυτικὰ-μοναχικὰ τάγματα, που βρίσκονταν στην εξουσία του «τυράννου» (Πάπα ή Φράγκου Αυτοκράτορα). Ήταν στην υπηρεσία-διακονία του Γένους, στο οποίο και ανήκαν. Πόσοι όμως παρόντες σ’ αυτὸν εδώ το χώρο δεν έχετε τις προσωπικές σας εμπειρίες για τον εθνικὸ ρόλο των Μοναστηριών καὶ των Μοναχών μας -ακόμη και των Μοναζουσών -στους νεώτερους αγώνες του Έθνους, όπως η αντίσταση 1941-44; Είναι μία προσφορὰ αδιάκοπη, ταπεινὴ και αθόρυβη, αληθινὰ μαρτυρική. Προσφορὰ πάνω απ’ όλα αφατρίαστη και ακομμάτιστη, αληθινὰ Εθνική. Τα Ελληνικὰ Μοναστήρια δεν συνδέθηκαν μόνο με τις εξεγέρσεις των χρόνων της δουλείας, αλλὰ απὸ αυτὰ ξεπήδησαν και μεγάλες μορφὲς του 1821(13), φωτεινοὶ ηγέτες και φλογεροὶ επαναστάτες.

2. Το Ράσο στην επανάσταση του 1821
Η συμμετοχὴ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικὰ όλου του Ράσου στον πανεθνικὸ αγώνα του ’21 ήταν αδύνατη χωρὶς μία πολὺ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτὴ δὲν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρικὴ προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος.
Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντικὴ αποκατάστασή του. Ας θυμηθοῦμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η Ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδὴ της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιὰ έκταση και ευκλειά της. Αυτὸ εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτὸ μιὰ μέρα θα γίνει Ρωμαίικο». Αυτὸ εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικὸ πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, Αράπηδες καὶ άσπροι, με μια κοινὴ ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».

Μετά το κίνημα του Αλεξάνδρου Υψηλάντη θα αλλάξει αυτὸς ο ρωμαίικος-οικουμενικὸς στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας(14). Απὸ τη μεγαλοϊδεατικὴ ιδεολογία του Γένους, θα ενταχθεί ο αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνικοτήτων – καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλὰ στη δημιουργία ενὸς μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ.τὸ 1922) το Ελληνικὸ Έθνος. Αυτὸ το πέρασμα απὸ τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελληνικὸ κράτος ισοδυναμοῦσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο Αγώνας του ’21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαϊκὲς αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θσ έχει πια Ρωμαίικο-οικουμενικὸ χαρακτήρα, αλλὰ στενὰ εθνικὸ και κατ’ ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλὰ και εναντίον της Ρωμαίικης Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των Βυζαντινών»(15). Το πραξικοπηματικὸ Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτὴ επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.
Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου -και μάλιστα του Οικουμενικου Πατριαρχείου- στον αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό, ότι ο αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικὸ χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατὰ του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών(16). Η συμμετοχὴ δε αυτὴ ομολογείται απὸ εκείνους, που την έζησαν σ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα καθ ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον ιερέα -έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης- ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοὶ και έμποροι»(17). Ο ιστορικὸς του l9ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοὶ και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατὰ της τουρκικής δυναστείας(18).
Ο Εθνικὸς Ιστορικός μας Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «…οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδεὶς όμως εξ αυτών, ουδεὶς ολίσθησεν περὶ την ακρίβεια του πατρίου δόγματος καὶ των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν»(19).
Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ιω. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.α.(20)
Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτὲς του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατὰ καιροὺς υποστηρίξει ο Γ. Κορδᾶτος (Ιστορικὸς μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ’ όχι Ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ἱστορικός) κ.α.(21).
Οι θέσεις αυτὲς επαναλαμβάνονται στερεότυπα απὸ άλλους λιγότερο σημαντικοὺς και
άσχετους με την ιστορικὴ έρευνα. Αρκεί νὰ μελετήσει κανεὶς τὸ «ΔΕΛΤΙΟΝ» της Ο.Λ.Μ.Ε.(22), για να διαπιστώσει πως αυτούσιες οι ιδεολογικὲς αυτὲς ερμηνεῖες για το ’21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το τραγικὰ απελπιστικὸ όμως είναι, ότι πολλὲς απὸ τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστὲς ιστορικοί, έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτικὴ μέθοδο του Γ.Κορδάτου και απομακρυνθεί απὸ την ιδεολογικὴ προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμικὴ θεωρία του «λαϊκισμού (π. χ. Λεων. Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την Επανάσταση του ’21 ως εθνικοαπελευθερωτικὴ και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικὸ το κοινωνικὸ έρχεται στο υπόστρωμα»(23). Ἀνάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λεων. Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη-Μπιμπίκου κ.α. (24).
Η επικρατοῦσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του ’21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, μὲ κοινωνικὸ περιεχόμενο, αλλὰ μία, στὴν οποία έλαβαν μέρος οι πιὸ ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μια με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει όμως τελείως η ιδεολογικὴ προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνατότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας.
Ένα απὸ τα επισημότερα θύματα της παρατεινόμενης αυτής ιδεολογικής σδιαλλαξίας είναι ο Μέγας Οικουμενικὸς Πατριάρχης του Αγώνα, Άγιος Γρηγόριος Ε´ (25).
Η ερμηνεία της στάσης του στον αγώνα απαιτεί επαρκή γνώση της εποχής (ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά, διπλωματικά) και τη χρήση ορθών κριτηρίων, συγχρόνων δηλαδὴ και όχι σημερινών (ιστορικὸς αναχρονισμός). Ο σοφὸς εκείνος Γενάρχης, πως ήταν δυνατὸ να παραβλέψει τους αρνητικοὺς παράγοντες, ποὺ απειλοῦσαν κάθε επαναστατικὴ σκέψη (Ιερὰ Συμμαχία, Τσάρος, προηγούμενες οι πικρὲς αποτυχίες, π. χ. 1790); Γιατί να απαιτεί κανεὶς λιγότερη σύνεση απὸ εκείνη του Κοραή και του Καποδίστρια, που ήσαν τελείως αρνητικοὶ στα σχέδια εξεγέρσεως; Και όμως, σε καμία παρακωλυτικὴ ή αποτρεπτικὴ ενέργεια δεν προέβη, η δε αλληλογραφία του είναι σαφώς θετικὴ και φανερώνει την εσωτερικὴ συμμετοχή του στα σχέδια της Φιλικής(26). Θὰ ρωτήσει, βέβαια, κανείς: και ο περιβόητος αφορισμὸς του κινήματος Υψηλάντου-Σούτσου; Δὲν είναι σαφὴς αντίδραση του Γρηγορίου; Έτσι, άλλωστε, ερμηνεύεται ως σήμερα απὸ την αρνητικὴ κριτική. Μπορεί όμως να «ερμηνευθεί» ο αφορισμὸς χωρὶς νὰ ληφθεί υπόψη το κλίμα, μέσα στο οποίο έγινε; Και ποιο ήταν το κλίμα αυτό;
-έκρηξη της οργής του Σουλτάνου (απόλυτου κυρίου πάνω σε κάθε υπήκοο)
-άμεσος κίνδυνος γενικής σφαγής των Ρωμηών (ομολογία εκθέσεων των Ξένων της Κωνσταντινουπόλεως(27))
-απερίγραπτες θηριωδίες, που προοιώνιζαν τη συνέχεια
-Παύση απὸ τον Σουλτάνο δυο Μ. Βεζίρηδων, με την κατηγορία της επιεικούς στάσεως έναντι των Ρωμηών
-απαγχονισμὸς του Σεϊχουλισλάμη (θρησκευτικού σρχηγού), κατηγορουμένου για απείθεια (δεν εξέδωσε φετφὰ για την σφαγὴ και εξόντωση των Ρωμηών(28))
-εκτελέσεις Φαναριωτών (Μουζούρηδων καὶ Μητροπολιτών) κ.λπ.(29).
Ποιὸς μπορεί μετὰ απὸ όλα αυτὰ να αρνηθεί, ότι ο αφορισμὸς ήταν πράξη ανάγκης και «στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου»; (Νικοπόλεως Μελέτιος). Αυτὴ ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου απὸ τον αφορισμό, Αλ. Υψηλάντη: «Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος απὸ τας Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικὰ καὶ εξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ενωθείτε μὲ τὴν Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτὰ ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου»(30). Μόνο, λοιπόν, μετὰ απὸ την γνώση όλων αυτών μπορεί νὰ εκτιμηθεί σωστὰ καὶ ο απαγχονισμὸς του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμηοσύνης εκτελέσθηκε ως «προδότης» του Σουλτάνου και όχι των Ρωμηών(31). Και εύλογα,αφού τυπικὰ ήταν ο δεύτερος μετὰ τον Σουλτάνο αξιωματοῦχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενώ δὲ ο αφορισμὸς δεν είχε καμιὰ αρνητικὴ απήχηση στὸν Εθνικὸ Αγώνα, αφού ήταν γνωστὴ η προέλευσή του, το «σχοινὶ του Πατριάρχη» ανέπτυξε μίαν ευεργετικὴ δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο έθνος.
Η ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία δεν αφήνει όμως άθικτους και τους άλλους Αρχιερείς. Θέλοντας να μειώσουν τη διακεκριμένη συμμετοχὴ Αρχιερέων, όπως λ.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανὸς, ο Σαλώνων Ησαΐας, μιλούν για «εκατοντάδες Αρχιερέων» (Σκαρίμπας), η συντριπτικὴ πλειοψηφία των οποίων (δήθεν) απέσχε και υπονόμευσε τον αγώνα(32). Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;
Οι αρχιερείς του Οικουμενικοῦ Θρόνου δεν ξεπερνοῦσαν τοὺς 200, στὶς 171 συνολικὰ επαρχίες του. Ο αριθμὸς δε αυτὸς περιλαμβάνει και τους αρχιερείς των άλλων Ρωμαίικων Πατριαρχείων, που ήσαν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας(33). Ο Σπ. Τρικούπης, Θ. Φαρμακίδης κ.α. δέχονται τον αριθμὸ 180, οι δὲ τιτουλάριοι αρχιερείς δεν υπερέβαιναν τους 20(34). Ποιὰ ήταν, λοιπόν, η συμμετοχὴ αυτών των αρχιερέων στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία(35).
Παρά τον αστικὸ χαρακτήρα της Φιλικής, οι πρωτεργάτες της δεν είχαν δυτικὴ αντιφεουδαρχικὴ συνείδηση, διότι στην «καθ’ υμάς Ανατολήν» δεν υπήρχε φεουδαρχία φραγκικού τύπου (φυσικὴ αριστοκρατία). Γι’ αυτὸ ενώ στη Δύση ο Κλήρος, και μάλιστα οι Επίσκοποι, εθεωροῦντο προέκταση της τάξεως των Ευγενών, η Φιλικὴ στράφηκε εδώ στον Κλήρο και μάλιστα στις κεφαλές του. Αυτὸ επιβεβαιώνει και ο Κορδάτος: «Οι Φιλικοὶ […] ἐπεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικὸν εις την οργανωμένην επανάστασιν καὶ δι’ αυτὸ προσηλύτισαν καὶ μερικοὺς Φαναριώτας και ανωτέρους Κληρικούς»(36). Τὸ επίθετο («μερικούς») απορρέει απὸ το ιδεολογικὸ πρίσμα τοῦ Κορδάτου και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα πράγματα.
Απὸ 1818 μυήθησαν στὴν Φ. Ε. όλοι σχεδὸν οι Αρχιερείς της Πελοποννήσου(37), κάτι που αναγκάζεται να το παραδεχθεί ο αγαθότερος Σκαρίμπας: « Η Φ. Ε. […] στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδὸν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντὸς τους δεσποτάδες»(38). Η αλήθεια είναι, ότι ως Ρωμηοὶ οι ηγέτες της Φιλικής γνώριζαν την επιρροὴ των αρχιερέων στο λαό. Μέσα στα έτη 1818-1821 όλοι σχεδὸν οι αρχιερείς έγιναν μέλη της Φιλικής. Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμὸ απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρὶς όμως νὰ μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολὴ αρνήσεως ή για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας. Οι περισσότεροι ιστορικοὶ δέχονται, ότι οι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλικὴ στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της λόγω του υψηλού κύρους τους στὸν Λαό(39). Αν οι αρχιερείς εξ
άλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους τo έργο της Φιλικής, πολλὰ πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μια αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοὶ 9,5%, αγρότες 6% και Πρόκριτοι 11,7%(40).
Ιδιαίτερα απὸ την περιοχὴ της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγὲς 73 Αρχιερείς, που έλαβαν ενεργὸ μέρος στον αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δυο Οικουμενικοὶ Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε´, Κύριλλος ΣΤ´) και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν ή έπεσαν σε μάχες. Κατὰ τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβὶλ οι κληρικοὶ-θύματα του αγώνα ανέρχονται συνολικὰ σε 6.000(41).
Υπάρχει όμως και το «εξ αντιθέτου» επιχείρημα. Η μαρτυρία των Τούρκων ιστορικών για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον αγώνα του ’21(42). Έτσι, ο Μώραλη Μελὶκ Μπέη δέχεται ότι «τον λαὸν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν οι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετὰ τούτων, οι έμμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως οι μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον κλήρον, δηλαδὴ οι πραγματικοὶ ηγέται του έθνους»(43). Ο δε Ζανὶ Ζαντὲ σημειώνει: «Τὰ σχέδια ετηρούντο μυστικὰ μεταξὺ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων»(44).
Δια να κλείσουμε το θέμα αυτό, θαπροσθέσουμε, ότι ενίοτε τον 19ο αιώνα εγείρονταν αντιδράσεις όχι για την μη συμμετοχή των Κληρικών μας στον απελευθερωτικὸ αγώνα, αλλὰ αντίθετα για τη συμμετοχή τους σ’ αυτόν. Χαρακτηριστικὴ είναι η περίπτωση του Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγηρου και ησυχαστή Κοσμα Φλαμιάτου (1786- 1852)(45). Κατὰ τον Φλαμιάτο η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε τον αγώνα του ’21. Με την εμπλοκὴ του Κλήρου σ’ αυτὸν επεδίωξε «ίνα διεγείρη την παγκόσμιον, ει δυνατόν, περιφρόνησιν, μίσος, αποστροφὴν και συνωμοσίαν κατὰ του Κλήρου, τόσον την εκ των αρχών, όσον και την εκ του λαού. Δι’ αυτὸν τον σκοπὸν προς τοις άλλοις εκκίνησεν αμμέσως εις τους αρχηγοὺς της Φιλικής Εταιρείας και εισήχθησαν εν αυτή ο Οικουμενικὸς Πατριάρχης, πολλοὶ επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής, και εφάνησαν τινὲς εξ αυτών οπλοφοροῦντες εις το στάδιον του κατὰ των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον, εις τὴν Ορθόδοξον Εκκλησίαν…»(46).
Δεν θα ασχοληθούμε με την ορθότητα ή όχι των κρίσεων του Φλαμιάτου, που έχει το δικό του πρίσμα θεωρήσεως.
Το σκανδαλιστικὸ για ησυχαστὲς σαν τον Φλαμιάτο είναι η συμμετοχὴ του Κλήρου στις πολεμικὲς επιχειρήσεις («οπλοφορία») και σε μία συνωμοτικὴ Εταιρεία, όπως η Φιλική. Την τελευταία θεωρεί κατευθυνόμενη «εμμέσως» απὸ την Αγγλία. Μάλλον, συνεπώς, αυτὸ προσκρούει στη συνείδησή του, ότι δηλαδὴ η Επανάσταση εξυπηρετούσε τους σκοποὺς της Δύσεως. Σ’ αυτὸ ακριβώς, πιστεύουμε, έγκειται η αντίθεση του. Ότι ο Κλήρος της Ελλάδος, εν αγνοία του, εξυπηρέτησε σκοποὺς αλλοτρίους και όχι τα όνειρα της Ρωμηοσύνης. Ο Φλαμιάτος γράφει στη δεκαετία του 1840, όταν πολλὰ πια έχουν αποσαφηνισθεί. Σημαντικὸ όμως είναι, ότι θεωρεί τον Οικουμενικὸ Πατριάρχη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σ’ αντίθεση με τους σημερινοὺς επικριτές του. Για τους παραδοσιακοὺς ορθοδόξους όμως αυτὸ ήταν το σκάνδαλο και όχι το αντίθετο. Ο Γενάρχης της Ρωμηοσύνης να υποθάλπει κινήσεις, που στρέφονταν εναντίον της… Γι’ αυτὸ μιλήσαμε παραπάνω γιὰ «θυσία» καὶ «αυθυπέρβαση» του Ράσου. Η Εθναρχικὴ πολιτικὴ εγκαταλείφθηκε για χάρη της ελευθερίας της Ελλάδος(47). Η Ρωμαίικη Εθναρχία θυσιάσθηκε, εκούσια, για την ελευθερία της Ελλάδος. Ο Όθων στὰ 1833 θα πάρει για τους Έλληνες, πολιτικὰ και εκκλησιαστικά, τη θέση του Εθνάρχη Οικουμενικού Πατριάρχη. Η αγανάκτηση του Φλαμιάτου εστιάζεται, ακριβώς, στην αντίθετη κατεύθυνση απὸ τις αιτιάσεις των επικριτών του Κλήρου. Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την Εθνική αποκατάστασή της.

Συμπερασματικά:
Η συμμετοχὴ του Ράσου στους Εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, ο μοναδικὸς λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. Κύρια αποστολὴ του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο «Πνευματικὸν Ιατρείον» της Εκκλησίας για την πνευματικὴ και υπαρκτικὴ αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτὲ να θεωρείται ως ένας συμβατικὸς θεσμός, κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικὸ και εθνικὸ βίο, με σκοπὸ να σώζει απλώς την ιστορικὴ διάσταση.
Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σε όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες. Γιατί; Διότι τούτο απορρέει απὸ την πίστη της για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικὸ κλίμα σναπτύξεως και πραγματώσεως, του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματικὴ δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεὸ και τους συνανθρώπους του, σε βαθμὸ γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας, έξω δηλαδὴ απὸ κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (καὶ ως εθνική-κοινωνική) έννοια καθαρὰ θεολογικὴ-εκκλησιαστική(48).
Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικοὺς-απελευθερωτικοὺς αγώνες, διότι το έργο του και στὴν περίοδο της ειρήνης είναι σπελευθερωτικό. Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηού, ως απελευθέρωση απὸ τα δεσμὰ της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας(49). Η εσωτερικὴ δε δουλεία κατὰ κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως, η αναγκαστικὴ υποταγή, αλλὰ η εσωτερικὴ υποταγὴ και ταύτιση με τον κατακτητή, η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού. Γι’ αυτὸ και πιστεύουμε, ότι η σημαντικότερη προσφορὰ του Ράσου στο Έθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχὴ του Κλήρου στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, όσο η συμβολὴ του Ράσου στη συντήρηση του ελληνορθοδόξου φρονήματος του Γένους και της αγάπης του προς την ελευθερία. Χωρὶς αυτὲς τις προϋποθέσεις δεν θα μπορούσε νὰ υπάρξει Εικοσιένα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Το λάθος αὐτὸ διαπράττεται συχνά, και όχι μόνο απὸ «αθεολόγητους». Οι βαθμοὶ της Ιερωσύνης (Επίσκοπος-Πρεσβύτερος καὶ Διάκονος) συναποτελούν τον ανώτερο κλήρο. Στον κατώτερο κλήρο ανήκουν οι (χειροθετημένοι και όχι εντὸς του Αγίου βήματος χειροτονημένοι) υποδιάκονοι, ψάλτες, αναγνώστες κ.λπ.
2. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία…, Ἀθήνα 1989, σ. 85 ε.ε. Πρβλ. Χρ. Σ. Πελεκίδη, Ιδεολογικὰ Ρεύματα του Ελληνισμού της Τουρκοκρατίας, Ἰωάννινα 1974.
3. Ι. Μενούνου, Κοσμά του Αἰτωλού ΔΙΔΑΧΕΣ, Αθήνα 1979, σ. 269-70.
4. Ας θυμηθοῦμε τα προφητικὰ για σήμερα λόγια του Γάλλου περιηγητή Μαλὲρπ (MALHERBE) προς τον Μακρυγιάννη: «…Ένα θα σας βλάψει εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, οπού είναι αυτείνη η ιδέα σ᾿ εσάς πολὺ τυπωμένη» (Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εκδ. ΜΠΑΫΡΟΝ, χ. χρ., σ. 415).
5. Στ. Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αἰχμαλωσία (μετάφρ. Ν. Παπαρρόδου), Αθήνα 1979, σ. 360.
6. Χαρακτηριστικὴ η περίπτωση του μητροπολίτου Τρίκκης Διονυσίου, του ἐπικαλουμένου «Σκυλοσόφου». Έκαμε δυο ἀποτυχημένες ἐξεγέρσεις (1600 καὶ 1611), προσχωρώντας μάλιστα και στον παπισμό,με ἀντάλλαγμα την υπόσχεση βοήθειας, που δεν ήλθε φυσικὰ ποτέ. Οο συνέπειες της αποτυχίας ήταν, για το λαὸ κυρίως, οδυνηρές, όπως φανερώνει το σχετικὸ δημοτικὸ τραγούδι:
«Δεσπότη μου, τι σήκωσες τον κόσμο στο σεφέρι και ρήμαξαν τα Γιάννενα και ρήμαξεν ο τόπος;
Μείναν τα σπίτια ἀδειανά, γεμίσαν τα χανδάκια κι ὁ Τούρκος δεν ἀπόσωσε να κόβει και να καίει.
Εδώ αρπάζουν κόρακες κι εκεί οι Γιαουντζήδες.
Δὲν έχ᾿ η μάννα πια παιδιὰ και τα παιδιὰ γονέους. Κι εσένα το τομάρι σου το στείλανε στην Πόλη,
να τρων οι κότες πίτουρα, να νταβουλάν οι Γύφτοι, για να ξυπνάη η Τουρκιὰ να κάνη ραμαζάνι..».
6α. Βλ. Δημήτρη Κιτσίκη, Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1280-1924), Αθήνα 1988, σ. 104.
7. Ἀναφέρουμε τὰ σημαντικότερα:
Επανάσταση στην Κρήτη και Πελοπόννησο λίγο μετὰ την Άλωση (l5ος αι.).
Βενετοτουρκικὸς πόλεμος (1463-1479).
Κίνημα στη Ρόδο (1524-29).
Επανάσταση Χειμαριωτών (1570).
Επανάσταση στην Πελοπόνησο, Στερεά, Ήπειρο, Μακεδονία, Αἰγαίο μετὰ τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (Lepanto) (1571).
Ανταρσία στο Ρέθυμνο (1571).
Ανταρσία Μανιατών (1582).
Ανταρσία Κύπρου (τέλη του l6ου – αρχὲς του l7ου αι.).
Απελευθερωτικὲς προσπάθειες α ρχιεπισκόπων Αχρίδος Γαβριήλ, Νεκταρίου και Αθανασίου.
Επαναστατικὲς προσπάθειες μητροπολίτου Τορνόβου Διονυσίου Ράλλη (1595/98).
Εξεγέρσεις μητροπολίτου Διονυσίου Σκυλοσόφου (1600 και 1611).
Επαναστατικὲς κινήσεις Μανιατών (l7ος αἰ.).
Εξέγερση ἀγροτών Νάξου (1641).
Κρητικὸς πόλεμος (1645-1669).
Εξέγερση Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος Μεθοδίου και αρχιμανδρίτου Σεραφεὶμ (1704).
Επανάσταση της Θεσσαλίας (1715).
Ενέργειες μητροπολίτου Αχρίδος Ζωσιμά για την απελευθέρωση του βαλκανικού χώρου (1716).
Συμμετοχὴ στα Ορλωφικά (1768): επαναστατικὴ κίνηση Πελοποννήσου, Στερεάς, Κρήτης, Αιγαίον κ.λπ.
Συμμετοχὴ στους αγώνες του Λ. Κατσώνη (1789-92).
Αγώνες Σουλιωτών (1800-1804).
Ανταρσία Ευθυμίου Παπαβλαχάβα (1808) κ.λπ., κ.λπ.
8. Βλ. Ν. Τωμαδάκη, Ἦτο ἐθνικὸν ἢ κοινωνικὸν κίνημα ἡ ἑλληνικὴ ἐθνεγερσία; Στὸ περ. ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ Γ´ (1970/71), σ. 5 ἔ. ἔ.
9. Βλ. τὸν τόμο: ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ, Εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τῶν Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 612, μὲ σπουδαῖες μελέτες καὶ τὴν παλαιότερη γιὰ τὸ θέμα βιβλιογραφία.
10. Ἱστορία…, τόμ. β´, σ. 229.
11. Βλ. τὸ κεφάλαιο: «Ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός» στοῦ Στ. Ῥάνσιμαν, ὅπ.π., σ. 659 ἔ.
12. Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, Ὁράματα καὶ θάματα, Ἀθήνα 1983, σ. 163/4.
13. Ἁγιορείτης ἦταν ὁ πατριάρχης Ἀγαθάγγελος, ὅπως καὶ ὁ Μαρωνείας Κωνστάντιος καὶ ὁ Ἡρακλείας Ἰγνάτιος. Στὴ Μονὴ Φιλοσόφου Δημητσάνας «μαθήτευσαν» ὁ Ἀργολίδος Γρηγόριος, ὁ Π.Πατρῶν Γερμανός, ὁ Τριπόλεως Δανιήλ, ὁ Ἀνδρούσης Ἰωσήφ, ὁ Μονεμβασίας Χρύσανθος κ.π.ἄ. Ὁ Χριστιανουπόλεως Γερμανὸς στὸ Μ. Σπήλαιο, ὁ Χίου Δανιὴλ στὴ Ν. Μονὴ Χίου, ὁ Βρεσθένης Θεοδώρητος στὴ μονὴ Ἁγ. Θεοδώρων, ὁ Κύπρου Κυπριανὸς στὴ μονὴ Μαχαιρᾶ Κύπρου, κ.λπ. Ἀπὸ Μονὲς ξεκίνησαν ἐπίσης ὁ Παπαφλέσσας καὶ ὁ Ἀθανάσιος Διάκος.
14. Βλ. Τὸ κεφάλαιο «Τὸ ἀνολοκλήρωτο ῾2l» στοῦ Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ, Ἀθήνα 1989(2), σ. 191
15. Βλ. τὴ σπουδαία ἀνάλυση τοῦ καθηγ. π.Ἰωάννου Ῥωμανίδου, στὸ ἔργο του: Τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, Ἀθήνα 1989(2), σ. ιδ´ ἔ.ἔ.
16. Ph. Sherrard, Δοκίμια γιὰ τὸν Νέο Ἑλληνισμό, Ἀθήνα 1971, σ. 296 ἔ.
17. Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων ἑλληνικῆς φυλῆς, ἔκδ. Πάπυρος, Ἀθῆναι, σ. 29.
18. Χρ. Βυζαντίου, Ἱστορία τακτικοῦ στρατοῦ, σ. 265. Βλ. στοῦ Π. Γεωργαντζῆ, Οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ τὸ Εἰκοσιένα, Ξάνθη 1985, σ. 189.
19. Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τόμ. 7, Ἀθῆναι 1925 σ. 216/17.
20. Παραθέματα βλ. στοῦ Π. Γεωργαντζή, ὅπ. π., σ. 190 ἔ. ἔ. Πρβλ. σ. 248 ἔ. ἔ. «Διακηρύξεις ἐθνοσυνελεύσεων», «κρίσεις συγχρόνων μὲ τὴν Ἐπανάσταση ἱστορικῶν».
21. Παραθέματα σχετικὰ βλ. στοῦ Π. Γεωργαντζῆ, ὅπ.π. σ.197 ἔ.ἔ. καὶ 234 ἔ.ἔ. Γιὰ νὰ γίνει συνειδητὴ ἡ φθορὰ ἐκ μέρους τοῦ δυτικοῦ διαφωτισμοῦ, ἀρκεῖ νὰ σημειώσουμε, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπικριτῶν τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου Ε´ δὲν εἶναι μόνο μαρξιστές, ἀλλὰ καὶ ὁ χριστιανὸς καθηγ. Ἀλέξ. Τσιριντάνης. Στὸ ἴδιο, σ. 198-99: Τὸ Οἰκουμ. Πατριαρχεῖο «δὲν ἤθελε τὴν Ἐπανάσταση καὶ ὁ Πατριάρχης τὴν ἀφώρισε. Βρέθηκαν μερικοὶ νὰ ποῦν πῶς τάχα ὁ τρομερὸς ἀφορισμὸς ἦλθε καὶ στὸν Μωριᾶ καὶ ἤθελε νὰ δέσει τὰ χέρια τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Θὰ μποροῦσε βέβαια, ὁ Πατριάρχης νὰ εἶχε κατὰ κάποιο τρόπο διαμηνύσει στὸ λαό, νὰ μὴ πάρουν στὰ σοβαρὰ τὸν ἀφορισμό. Τέτοιο πράγμα ὅμως δὲν ἔγινε, γιατὶ ἁπλούστατα, ὁ ἀφορισμὸς ἦταν ἀληθινὸς καὶ «σπουδαῖος». «Ἔγινε στὰ σοβαρά, σοβαρώτατα» (Βλ. Ἀλεξ. Τσιριντάνη, Τὸ Εἰκοσιένα, στὸ περιοδ. ΣΥΖΗΤΗΣΗ, τεύχ. 195, Ἰανουαρ. 1977, σ. 2). Τὸ κείμενο τοῦ καθηγ. Τσιριντάνη, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ «παρερμηνεία» δὲν εἶναι προνόμιο «ἀντορθοδόξων» καὶ «ἀνθελληνικῶν» ἰδεολογιῶν. Τὸ τραγικὸ ὅμως στὴν περίπτωση, καὶ σκανδαλῶδες συνάμα γιὰ σοβαρὸ καὶ ἀνεγνωρισμένο ἐπιστήμονα, εἶναι ὄχι μόνο ἡ ἀπουσία γνώσεως, ἀλλὰ καὶ ἐνδιαφέροντος (στὰ 1977!) γιὰ γνώση τῆς σχετικῆς μὲ τὸ θέμα βιβλιογραφίας, ποὺ δίνει ἀπάντηση στὰ μετέωρα ἐρωτήματά του. Ἀπὸ πλευρᾶς δὲ στενὰ ἐπιστημολογικῆς διερωτᾶται κανείς, ἂν ὁ ἐπιστήμων δικαιοῦται νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ λόγο τῶν εἰδικῶν στὴν ἔρευνα. Καὶ μία ἀφελὴς ἀπορία: Καὶ ἂν ἀκόμα ὁ ἅγιος Πατριάρχης «εἶχε διαμηνύσει στὸ λαό…κ.λπ.» (καὶ εἶχε πράγματι «διαμηνύσει». Βλ. Ἰ. Μ. Χατζηφώτη, ὁ Γρηγόριος ὁ Ε´ μέσα ἀπὸ τὰ ἔγγραφα καὶ τὶς πηγὲς τὸν ἀγώνα, Ἀθήνα 1988, σ. 21 ἐ.ἔ.), ποῦ θὰ τὰ εὕρισκε ὁ Ἀλ. Τσιριντάνης; τοιχοκολλημένο σὲ κάποια δημόσια πλατεία; Καλὰ ἔλεγε ὁ μακαρίτης καὶ «ἄθεος» Γιάννης Σκαρίμπας, «ἀπὸ τὴν ψώρα τοῦ Κοραῆ δὲν ἀπαλλάχθηκε ἀκόμη τὸ «Ἔθνος»…
22. Βλ. τὸ τεῦχος Μαρτίου 1983, ἔτ.34/τεῦχος 556, σ. 3: «Οἱ κοτσαμπάσηδες καὶ ὁ ἀνώτερος κλῆρος στὴν πλειοψηφία τους εἴτε σύρθηκαν στὴν ἐπανάσταση, γιατὶ δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν διαφορετικὰ μπροστὰ στὸ γενικὸ ξεσηκωμό, εἴτε προσχώρησαν ὑστερόβουλα, ἀποβλέποντας σὲ μία νέα μορφὴ κυριαρχίας πάνω στὸν ἐπαναστατημένο λαό(…). Ὁ ἀνώτερος κλῆρος, μὲ λίγες φωτεινὲς ἑξαιρέσεις, πολέμησε τὴν ἐπανάσταση μὲ τὰ μέσα ποὺ διέθετε καὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τοὺς Πατριάρχες τῶν ἀφορισμῶν (Γρηγόριο Ε´, Πολύκαρπο Ἱεροσολύμων). Πρβλ. Π. Γεωργαντζῆ, ὅπ. π. σ. 201. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ «λαϊκισμοῦ» ἐμποδίζει τὸ κείμενο νὰ λάβει ὑποδομὴ τὶς περιπτώσεις ποὺ ἀρχηγοί, ὅπως ὁ Κολοκοτρώνης, μὲ τὴν ἀπειλὴ τῶν ὅπλων κράτησαν τμήματα τοῦ λαοῦ τὶς μάχες, ἐμποδίζοντας τὴν λιποταξία τους. Ἔτσι καταντᾶ ἡ ἑρμηνεία μονομερὴς καὶ ἰδεολογική.
23. Βλ. στοῦ Π. Γεωργαντζῆ, ὅπ.π., σ. 238 ἔ.
24. Στὸ ἴδιο.
25. Τὶς νεώτερες μελέτες γιὰ τὸ πρόσωπο βλ. στὴ Βιβλιογραφία.
26. Βλ. Ἰω. Μ. Χατζηφώτη, ὅπ.π.
27. Βλ. Γεωργίου Θ. Ζώρα, Ὁ ἀπαγχονισμὸς τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε´ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὁλλανδοῦ Ἐπιτετραμμένου Κωνσταντινουπόλεως, Ἀθῆναι 1976, σ. 4 ἔ.
28. Μπορεῖ νὰ ἀποκληθεῖ πρῶτος μάρτυρας τοῦ Ἀγῶνος τῆς Ἀνεξαρτησίας μας.
29. Ἡ Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν, τόμ. ΙΒ´, σ. 32 καὶ 36 (Α. Δεσποτόπουλος) γράφει σχετικά: «…Ἐπικρίθηκε ἐν τούτοις ὁ Πατριάρχης καὶ ἐπικρίνεται ἀκόμη, ἐπειδὴ ἔστερξε στὸν ἀφορισμὸ καὶ ἔστειλε τὶς νουθετικὲς ἐγκυκλίους. Οἱ ἐπικριτὲς ὅμως δὲν ἀναλογίζονται τί θὰ πάθαινε τὸ Ἔθνος, ἂν ὁ Πατριάρχης τηροῦσε ἀρνητικὴ στάση ἀπέναντι στὶς ἀξιώσεις τοῦ Σουλτάνου. Συμμορφώθηκε, ἄλλωστε, τότε ὁ Πατριάρχης πρὸς τὴν σταθερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μὲ παρόμοια στάση κατόρθωνε σὲ ἀνάλογες κρίσιμες περιστάσεις νὰ σῴζει τὸ Γένος. Ἄλλωστε θὰ ἦταν ἐντελῶς παράλογη καὶ ἀνεύθυνη διαφορετικὴ ἀπόφαση. Ἂν δὲν γινόταν ὁ ἀφορισμός, ἦταν σχεδὸν βέβαιο, ὅτι θὰ ἐξοντώνονταν ἑκατοντάδες χιλιάδες ὀρθοδόξων χριστιανῶν».
30. Βλ. Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους (Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν), τόμ. ΙΒ´, σ. 130β.
31. Κατὰ τὴν «Προκήρυξη» τοῦ Σουλτάνου (YAFTA), «ὁ δόλιος Ῥωμηὸς Πατριάρχης, καίτοι κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχε δώσει πλαστὰ δείγματα ἀφοσιώσεως, ὅμως κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, μὴ δυνάμενος νὰ ἀγνοῆ τὴν συνωμοσίαν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ ἔθνους του […] γνωρίζων δὲ ὁ ἴδιος καὶ ὑποχρεωμένος νὰ γνωστοποιήση καὶ εἰς ὅσους τὸ ἠγνόουν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπιχειρήσεως ματαίας, ἥτις οὐδέποτε θὰ ἐπετύγχανε […], ὅμως ἕνεκα τῆς ἐμφύτου διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, οὐ μόνον δὲν εἰδοποίησε, οὐδὲ ἐπετίμησε τοὺς ἀφελεῖς […], ἀλλά, κατὰ τὰ φαινόμενα, αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὄπισθεν τῶν παρασκηνίων, ἕδρα κρυφίως, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐπαναστάσεως.…» (Γ. Ζώρα, ὅπ. π., σ. 9). Ὁ Σουλτάνος, γνώστης τῶν πραγμάτων, δίνει τὴν ἑρμηνεία του, ποὺ ἀποδεικνύεται σοβαρότερη ἀπὸ ἐκείνη νεωτέρων, ὅπως ὁ Γ. Καρανικόλας ἢ ὁ Ἀλ. Τσιριντάνης…
32. Βλ. στοῦ Π. Γεωργαντζῆ, ὅπ. π., σ. 263 ἔ.
33. Στὸ ἴδιο, σ. 206 ἔ. ἔ.
34. Στὸ ἴδιο, σ. 210-11.
35. Βλ. τὴν ἐκτενῆ καὶ ἐμπεριστατωμένη ἔκθεση τοῦ Π. Γεωργαντζῆ, ὅπ. π., σ. 261 ἔ. ἔ.
36. Γ. Κορδάτου, Ἡ κοινωνικὴ σημασία τῆς Ἑλληνικής Ἐπαναστάσεως, σ. 144. Πρβλ. Π. Γεωργαντζῆ, ὅπ. π., σ. 214, σ. 463.
37. Π. Γεωργαντζῆ, ὅ.π., σ. 215 ἔ. ἔ.
38. Τὸ Εἰκοσιένα καὶ ἡ ἀλήθεια, τ. Α´, σ. 59 καὶ Β´, σ. 93.
39. Ὁ Th. Gordon λ.χ., ἱστορικὸς τοῦ Ἀγώνα (Ἱστορία τῆς Ἕλλην. Ἐπαναστάσεως, μετάφρ. Φ. Βράχα, τόμ. Α´, σ. 134) γράφει: «Δὲν τολμοῦμε νὰ βεβαιώσουμε, πῶς ὁ Πατριάρχης καὶ τὰ μέλη τῆς Συνόδου ἦταν ἀπόλυτα ἀθῷοι συνωμοσίας κατὰ τοῦ κράτους. Ἀντίθετα, ἔχομε λόγους νὰ πιστεύουμε, ὅτι ὁ Γρηγόριος γνώριζε τὴν ὕπαρξη τῆς Ἑταιρείας καὶ ὅτι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἱεράρχες ἦταν βαθειὰ πλεγμένοι στὶς μηχανορραφίες της».
40. Βλ. στὸν Π. Γεωργαντζῆ, σ. 240.
41. Λεπτομερῆ ἀνάλυση βλ. στὸ ἴδιο, σ. 281 ἔ.ἔ.
42. Βλ. τὶς μελέτες: Νικηφ. Μοσχοπούλου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως κατὰ τοὺς Τούρκους ἱστοριογράφους, Ἀθῆναι 1960. Ἰ Παπαϊωάννου, Ἱστορικὲς Γραμμές, τ. Α´, Λάρισα 1979.
43. Ν. Μοσχοπούλου, ὅ.π., σ. 167. Ἰ. Παπαϊωάννου, ὅπ. π., σ. 240.
44. Ν. Μοσχοπούλου, σ.107. Ἰ. Παπαϊωάννου, σ. 240.
45. Βλ. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ (1786- 1852). «Ἕνας μάρτυρας τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως στὸ Ἑλληνικὸ Κράτος, ἀνάτ. ἀπὸ τὴ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, Ἀθῆναι 1987
46. Κοσμᾶ Φλαμιάτου, «Ἅπαντα» ἐκδόσεις «Σπανός»), Ἀθῆναι 1976, σ. 96/7.
47. Γιὰ τὸ ἴδιο πράγμα «κατηγορεῖ» τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ὁ Ῥάνσιμαν: «Δὲν θὰ μποροῦσε τὸ Πατριαρχεῖο νὰ εἶχε γίνει ἡ δύναμη, ποὺ θὰ συγκέντρωνε τὸν ὀρθόδοξο κόσμο καὶ ἔτσι θὰ ἐξουδετέρωνε τὶς κεντρόφυγες τάσεις τοῦ βαλκανικοῦ ἐθνικισμοῦ; Ἡ εὐκαιρία χάθηκε. Τὸ Πατριαρχεῖο μᾶλλον ἑλληνικό, παρὰ Οἰκουμενικό». (ὅπ. π. σ. 694)
48. Βλ. Μάρκου Α. Σιώτου, Ἡ θρησκευτικὴ ἀξία τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας, στὴν Ε. Ε. τῆς Θ. Σχ. τοῦ Π. Α., τ. Κ´ (1973), σ. 41-70.
49. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, «Θεολογία Ἀπελευθερώσεως» καὶ «Θεολογία Ἐλευθερίας», στὸ περ. ΚΟΙΝΩΝΙΑ, τ. ΛΒ´ (1989), σ. 51-61.

† π. Γεωργίου Μεταλληνού.

Ελληνισμὸς Μαχόμενος, Εκδόσεις Τήνος, Αθήνα 1995 (Απόσπασμα)

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/gewrgios_metallhnos/to_21_kai_oi_syntelestes_toy.htm

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *