Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας δεν είναι υπάρξεις εξωκοσμικές αλλά άνθρωποι ομοιοπαθείς μ’ εμάς. Η αγιότης είναι η ανοιχτή πρόσκληση της Κεφαλής της Εκκλησίας, του Ιησού Χριστού, που απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο όλων των εποχών, στη συμμετοχή στον Σταυρό Του που είναι το εχέγγυο της επιτυχίας της προσωπικής Ανάστασης.

Οι Άγιοι πήραν την γενναία απόφαση να συσταυρωθούν με τον Χριστό (μέσω του μαρτυρίου του αίματος ή της συνειδήσεως) συντρίβοντας τον «παλαιό άνθρωπο» δια της μετανοίας. Η χριστομίμητος ταπείνωσή τους είλκυσε την Θεία Χάρη που ενοίκησε σ’ αυτούς και τους κατέστησε θεοφόρους. Αυτή η απόλυτη ένωσή τους με τον Θεό είναι «η ψυχολογία της αγιότητος», όπως επισημαίνει ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς: «Σε κάθε Άγιο ο Κύριος είναι τα πάντα και κάθε τι στην ψυχή του, στην συνείδησή του, στην καρδιά του και στο έργο του».

Ας προσπαθούμε να τους ακολουθούμε με πιστότητα, ζήλο, αγάπη πολλή και ταπεινή μαθητική διάθεση, διότι «χωρίς αγάπη για τους Αγίους η ορθοδοξία κάποιου είναι ακρωτηριασμένη και η αίσθηση προσανατολισμού κλειστή- διότι κάποιος πρέπει να ακολουθεί τα παραδείγματα (π. Σεραφείμ Ρόουζ)».
 
Πηγή:https://www.impantokratoros.gr/21E74AD2.el.aspx
 
 
 

 
 
 

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Η Τουρκία θα διαμελισθεί σε 3-4 κομμάτια…
 

Από το βιβλίο Μαρτυρίες Προσκυνητών, ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, 1924-1994, Ν. Ζουρνατζόγλου, εκδόσεις Αγιοτόκος Καππαδοκία.

 

«Κατόπιν τον ρώτησα για την συνεχή αδιαλλαξία και τις προκλήσεις των Τούρκων. Μ’ έπιασε από τον ώμο και με πολύ σοβαρότητα μου απάντησε: «Μην ανησυχείς παιδί μου, εγώ ετοιμάζομαι να κοιμηθώ και δεν θα είμαι εδώ, αλλά θα βλέπω από πάνω, διότι εδώ είμαστε όλοι προσωρινά. Η Τουρκία θα διαμελισθεί σε 3-4 κομμάτια.

 

Ήδη έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Εμείς θα πάρουμε τα δικά μας εδάφη, οι Αρμένιοι τα δικά τους και οι Κούρδοι τα δικά τους. Το κουρδικό θέμα έχει ήδη δρομολογηθεί. Αυτά θα γίνουν, όχι τώρα, αλλά σύντομα, όταν θα πάψει αυτή η γενιά που κυβερνάει την Τουρκία και θα αναλάβει νέα γενιά πολιτικών.

 

Τότε θα γίνει ο διαμελισμός της Τουρκίας. Πολύ σύντομα, οι προσευχές που γίνονται κάτω από την επιφάνεια της γης, θα γίνονται επάνω στην γη και τα κεράκια που ανάβονται κάτω, θα ανάβονται επάνω. (Ο Γέροντας αναφερόταν στους Έλληνες κρυπτοχριστιανούς της Τουρκίας). Θα τα δεις, παιδί μου. Πίστη και ελπίδα στο Θεό να υπάρχει και θα χαρούν πολλοί.

Όλα αυτά θα γίνουν μέσα στα χρόνια αυτά. Έφτασε ο καιρός.»

 

Τον ρώτησα επίσης εάν η Ελλάδα θα πάθει κακό. Μου απάντησε ότι θα υπάρξουν κάποια προβλήματα, τα οποία όμως θα είναι ασήμαντα. Και αρκετός κόσμος που είναι σήμερα αδιάφορος, θα επιστρέψει στο χώρο της Ορθοδοξίας. «Να μην ανησυχείτε για την Ελλάδα», είπε. Φεύγοντας από το κελί του, μας είπε πάλι:

«Άντε στην ευχή της Παναγίας και μην ανησυχείς. Η Κύπρος θα απελευθερωθεί μέσα στα χρόνια που περπατάμε και η Τουρκία θα διαμελισθεί. Όλες οι χώρες έχουν τα προβλήματα τους, αλλά δεν υπάρχει για μας πρόβλημα. Ελπίδα στον Θεό και πίστη», είχε πει. Τα αποσπάσματα είναι είναι από το βιβλίο μαρτυρίες προσκυνητών Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης 1924-1994 ,τόμος 1, Σελ: 297.

Είχε πει ακόμη, όπως αναφέρεται στο βιβλίο μαρτυρίες προσκυνητών, β’ έκδοση, ότι: «Εσύ δεν πρέπει να στεναχωριέσαι και να φοβάσαι την Τουρκία. Η Τουρκία θα διαλυθεί και, μάλιστα, θα την διαλύσουν οι ίδιοι οι σύμμαχοι».

 
 
 

Λόγος στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος – Αγίου Λουκά Ιατρού

 
 
«Ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί εστι; τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, απ’ εμαυτού ου λαλώ. ο δε πατήρ ο εν εμοί μένων αυτός ποιεί τα έργα. Πιστεύετέ μοι ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί. ει δε μη, διά τα έργα αυτά πιστεύετέ μοι» (Ιωάν. 14, 10-11).
 
 


 
 

Μεγάλα και αμέτρητα ήταν τα θαύματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: με ένα μόνο λόγο του ανέστησε την κόρη του Ιαείρου, του αρχισυναγώγου, τον γιο της χήρας της Ναΐν, ακόμα και τον Λάζαρο, ο οποίος ήταν στον τάφο τέσσερεις ολόκληρες ημέρες. Με ένα λόγο του μόνο επιτίμησε τους ανέμους και τα κύματα της λίμνης Γεννησαρέτ και έγινε απόλυτη γαλήνη. Με πέντε ψωμιά και δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ανθρώπους, χωρίς γυναίκες και παιδιά, και με τέσσερα ψωμιά τέσσερεις χιλιάδες.

 

Ας θυμηθούμε πως κάθε μέρα θεράπευε τους ασθενείς, γιατρεύοντας κάθε είδους ασθένεια, έδιωχνε τα πονηρά πνεύματα από τους δαιμονιζομένους. Πως ξαναέδινε την όραση στους τυφλούς και την ακοή στους κουφούς με ένα μόνο άγγιγμά του. Δεν φτάνουν αυτά;

 

Όλα αυτά όμως δεν ήταν αρκετά για τους ανθρώπους οι οποίοι τον ζήλευαν, για τους ανθρώπους για τους οποίους ο μέγας προφήτης Ησαΐας είπε:

«Ακοή ακούσετε και ου συνήτε, και βλέποντες βλέψετε και ου μη ίδητε. επαχύνθη γαρ η καρδία του λαού τούτου, και τοις ωσί βαρέως ήκουσαν, και τους οφθαλμούς αυτών εκάμμυσαν, μήποτε ίδωσι τοις οφθαλμοίς και τοις ωσίν ακούσωσι και τη καρδία συνώσι και επιστρέψωσι, και ιάσομαι αυτούς» (Ματθ. 13, 14-15).

Σε όλα αυτά, τα οποία όμως δεν ήταν αρκετά για τους βαρήκοους ανθρώπους και με τα συσκοτισμένα μάτια, πρόσθεσε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός το μέγα θαύμα της Μεταμορφώσεώς Του στο όρος Θαβώρ. Σ’ αυτόν, που έλαμψε με ένα εκθαμβωτικό θείο φως, εμφανίστηκαν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Μωυσής και ο Ηλίας και προσκύνησαν τον δημιουργό του νόμου. Με φόβο και τρόμο έβλεπαν το θαυμαστό αυτό θέαμα οι εκλεκτοί απόστολοι Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης. Και μετά από τη νεφέλη, που τους σκέπασε, ακούστηκε η φωνή του Θεού:

 

«Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα. αυτού ακούετε» (Ματθ. 17, 5).

 

Οι άγιοι απόστολοι κήρυξαν σ’ όλο τον κόσμο, ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι «αληθώς, του Πατρός το απαύγασμα».

Ο κόσμος ολόκληρος, όταν το άκουσε, θα έπρεπε να γονατίσει μπροστά στον Κύριο Ιησού Χριστό και να προσκυνήσει τον Αληθινό Υιό του Θεού.

Θα έπρεπε η εμφάνιση στο Θαβώρ των δύο πιο μεγάλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και η προσκύνηση του Κυρίου Ιησού Χριστού κατά την μεταμόρφωσή του, να κλείσει για πάντα τα βδελυρά χείλη των γραμματέων και των φαρισαίων, οι οποίοι μισούσαν τον Κύριο Ιησού και τον θεωρούσαν παραβάτη του νόμου του Μωυσή. Αλλά και μέχρι σήμερα δεν πιστεύουν οι Εβραίοι ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας.

 

Όχι μόνο οι Εβραίοι δεν τον πιστεύουν, αλλά και για πολλούς χριστιανούς όλο και περισσότερο θαμπώνει το θείο φως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ακόμα μικρότερο γίνεται το μικρό ποίμνιο του Χριστού για το οποίο το θείο φως του Χριστού λάμπει με την ίδια δύναμη με την οποίαν έλαμψε στους αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη τότε στο όρος Θαβώρ.

 

Όμως να μην απελπιζόμαστε, επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε:

«Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον. ότι ευδόκησεν ο πατήρ υμών δούναι υμίν την βασιλείαν» (Λκ. 12, 32).
 

Η απιστία μεταξύ των λαών έλαβε ανησυχητικές διαστάσεις και το φως του Χριστού επισκιάστηκε από το σκοτεινό νέφος της αθεΐας. Σήμερα πιο συχνά από ποτέ ενθυμούμαστε το φοβερό λόγο του Χριστού:

 

«Πλην ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λκ. 18, 8).

 

Να μην απελπιζόμαστε όμως, επειδή Εκείνος, λέγοντας για τα σημεία της δευτέρας παρουσίας του, είπε:
 

«Αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι ανακύψατε και επάρατε τας κεφάλας υμών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις υ­μών» (Λκ. 21, 28).

 

Να είναι, λοιπόν, η ζωή σας τέτοια ώστε την φοβερή ημέρα της Κρίσεως να μπορέσουμε να σηκώσουμε το κεφάλι μας και όχι να το σκύψουμε βαθειά απελπισμένοι. Αμήν.

 

Απολυτίκιον.
 

Μετεμορφώθης εν τω Όρει, Χριστέ ο Θεός, δείξας τοις Μαθηταίς σου την δόξαν σου, καθώς ηδύναντο. Λάμψον και ημίν τοις αμαρτωλοίς, το φως σου το αΐδιον, πρεσβείαις της Θεοτόκου. Φωτοδότα, δόξα σοι.

 

«Ο Οσιος Φιλόθεος της Πάρου

Ο Ασκητής και Ιεραπόστολος (1884-1980)»

Τεύχος 2. – Μάιος 2001. Θεσ/νίκη

Έκδοσις: Ορθόδοξος Κυψέλη

 
 
 
IMG_0586
 

Ορθόδοξη πίστη και φυσικές επιστήμες

 

1. Στην Ορθοδοξία η αντίθεση -και σύγκρουση- πίστεως (ή Θεολογίας) και επιστήμης δεν είναι αυτονόητη. Πρόκειται για ψευδοπρόβλημα διότι και η Ορθοδοξία στην αυθεντική της έκφραση και πραγμά­τωση είναι επιστήμη, με διαφορετικό όμως γνωστικό αντικείμενο.

Η Ορθόδοξη Θεολογία είναι επιστήμη και μάλι­στα θετική, διότι έχει γνωστικό αντικείμενο και χρη­σιμοποιεί επιστημονική μέθοδο. Στην ορθόδοξη πα­ράδοση διακρίνονται δύο γνώσεις ή σοφίες (Απόστο­λος Παύλος, Ιάκωβος Αδελφόθεος ως τον Γρηγόριο Παλαμά και τον Ευγένιο Βούλγαρη κ.λπ.).

Υπάρχει η γνώση του ακτίστου (= Θεός) και η γνώση του κτι­στού (= ο κόσμος ως κτίση και δημιουργία). Η γνώ­ση του Θεού (θεογνωσία) είναι υπερφυσική και επιτυγχάνεται με την συνέργεια του ανθρώπου με τον Θεό. Η γνώση του κόσμου είναι φυσική και αποκτά­ται με την επιστημονική έρευνα. Μέθοδος της θείας γνώσης είναι η νήψη – κάθαρση της καρδιάς (Ψαλμ. 50, 12 – Ματθ. 5, 8).
Θεολογία λοιπόν είναι η γνωσιολογία και γνώση του ακτίστου.
Επιστήμη η γνωσιο­λογία και γνώση του κτιστού. Η γνώση στην επιστήμη της πίστεως ονομάζεται θέωση και είναι ο μόνος σκοπός της Ορθοδοξίας. Όλα τα λοιπά είναι μέσα προς αυτό το τέλος.

Οι δύο γνωσιολογίες, κτιστού και ακτίστου, εργά­ζονται με διαφορετικά όργανα και γι’ αυτό τα μεταξύ τους όρια είναι ευδιάκριτα. Όργανο της επιστήμης της πίστεως δεν είναι η διάνοια, αλλά η καρδιά, που μπορεί να δεχθεί την ενοίκηση του ακτίστου, όταν η καρδιά καθαρθεί από τα πάθη και μπορεί να αναπτύ­ξει, ως υπερφυσικό όργανο του ανθρώπου, την νοερή της λειτουργία
(= ενέργεια του νου στην καρδιά). Η παρατήρηση και το πείραμα, βασικές παράμετροι της επιστημονικής μεθόδου, υπάρχουν και στην επιστήμη της πίστεως.

Στην ησυχαστική μέθοδο θεογνωσίας υπάρχει η παρατήρηση ως θέα του ακτίστου φωτός – της θείας άκτιστης ενέργειας και το πείραμα ως δυνατότητα επα­νάληψης αυτής της εμπειρίας, που είναι κοινή σ’ ό­λους τους επιστήμονες της πίστεως, δηλαδή τους Αγίους. Ό,τι συνεπώς είναι για τους φυσικούς επιστήμο­νες το τηλεσκόπιο ή το μικροσκόπιο, για τους επιστή­μονες της πίστεως είναι η «καθαρά καρδία», που γίνε­ται ένα είδος «θεοσκοπίου». Η Θεολογία, ως λόγος πε­ρί του Θεού, μ’ αυτήν την προϋπόθεση, λειτουργεί ως θετική επιστήμη και όχι ως μεταφυσική, στοχαστική δηλαδή θεολόγηση. Οι φυσικές επιστήμες επιδιώκουν την θέαση του μακροκόσμου και του μικροκόσμου. Η επιστήμη της πίστεως στοχεύει στην θέα(ση) του Θε­ού, ως ακτίστου φωτός, δηλαδή στην θέωση.

2. Με δεδομένη λοιπόν την ύπαρξη κατά την Ορθοδοξία δύο γνώσεων είναι αδύνατη η σύγκρουση Ορθοδοξίας και Επιστήμης. Η σύγκρουση αποφεύγεται, διότι έργο της επιστήμης είναι η γνώση της ουσίας και των μηχανισμών λειτουργίας των όντων.
Έργο ό­μως της Θεολογίας είναι η γνώση του Θεού, του δη­μιουργού τους. Οι φυσικές επιστήμες ασχολούνται με το πώς, η Θεολογία με το ποιος και γιατί (τελολογία).

Έτσι τα έργα των αγίων Πατέρων (των επιστημόνων της πίστεως) είναι δυνατόν να έ­χουν επιστημονικά λάθη, σε σχέση με τα συνεχώς ανανεούμενα πορίσματα των φυσικών επιστημών. Θεο­λογικά λάθη όμως δεν έχουν. Ο θεούμενος – ο Άγιος, γνωρίζει τους λόγους των όντων, την αιτία της ύπαρ­ξής τους και την εξάρτησή τους από τον Θεό. Η διε­ρεύνηση όμως, όπως είπαμε, της ουσίας και της λειτουργίας τους είναι έργο των φυσικών επιστημών. Η Θεολογία, λοιπόν, μας γνωρίζει τον Θεόν και τον κό­σμο ως δημιούργημά Του και όχι τις φυσικές επιστή­μες, που είναι δημιούργημα του ανθρώπου. Ο Θεός στην Γραφή διδάσκει την αλήθεια για τον εαυτό Του και όχι την (επιστημονική γνώση) για την κτίση.
Στην Αγία Γραφή μαθαίνουμε ποιος είναι ο Θεός, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Έτσι, στα επιστημονικά θέματα υπάρχει δυνατό­τητα αλλαγής γνώμης με βάση τα νέα πορίσματα. Στα σωτηριολογικά όμως θέματα ουδεμία αλλαγή είναι δυ­νατή, διότι η μέθοδος σωτηρίας – θέωσης είναι διαιώνια αμετάβλητη.

Οι Πατέρες (Προφήτες, Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι), όταν κατέχουν και την ανθρώπινη σοφία (π.χ. Μ. Βασίλειος), γνωρίζουν τις επιστημονικές θεωρίες της εποχής τους, τις οποίες όμως ερευνούν μέσα από το πρίσμα της Θεολογίας τους, αφού σκοπός τους δεν είναι η φυσική επιστημονική γνώση, αλλά η καθοδή­γηση των πνευματικών τους τέκνων προς την σωτηρία και η προστασία τους από γνώση που είναι δυνα­τόν να εμποδίσει την πορεία τους προς την θεογνω­σία. Η διάθεση όμως στην περίπτωση αυτή δεν είναι a priori πολεμική και απορριπτική, αλλά απλώς ποι­μαντική και προστατευτική.

3. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι φυσικές επι­στήμες σε όλες τις εκφάνσεις και πραγματώσεις τους, συνιστούν αλληλοσυμπληρούμενες όψεις στην θέαση της φυσικής πραγματικότητας. Η οπτική όμως της πατερικής Θεολογίας είναι διαφορετική, όπως αποδεικνύει το πατερικό παράδειγμα.

Ο καθηγητής – επιστήμονας στην γνώση του ακτίστου είναι ο πνευματικός πατέρας («καθηγητής της ερήμου» ονομάζεται ορθόδοξα), που πρέπει να έχει την εμπειρία της θεώσεως. Με βάση αυτή την αρχή λειτουργεί η παράδοση της Ορθοδοξίας με κέντρο τις Οικουμενικές συνόδους. Το πλήρωμα των πιστών εμ­πιστεύεται την γνώση των θεουμένων, όπως οι επιστήμονες την γνώση και αξιοπιστία των ειδικών του χώ­ρου τους. Σ’ αυτή την συνάφεια φαίνεται και η ορθό­δοξη σημασία του δόγματος. Η διδασκαλία της πί­στεως (αυτό είναι το δόγμα ως εμπειρία των Αγίων) είναι το επιστημονικό εγχειρίδιο του επιστήμονος της θεώσεως και λειτουργεί ως οδηγός των άλλων προς την θέωση. Η Ορθόδοξη πίστη είναι τόσο δογματι­κή, όσο και η επιστήμη. Δόγματα της επιστήμης με την κοσμική κατανόησή τους είναι τα αξιώματά της. Με αυτή την έννοια, κατά τον Μarc Bloch, και η επι­στημονική έρευνα είναι «προκατειλημμένη», όχι μόνο η Θεολογία. Χωρίς όμως αυτή την εκατέρωθεν «προ­κατάληψη» δεν είναι δυνατή η πρόοδος της διπλής αυτής επιστήμης.

4. Η αγιότητα, έτσι, δεν είναι εμπόδιο στην επι­στημονική γνώση. Ακριβώς το αντίθετο. Άλλωστε ή­δη στην Παλαιά Διαθήκη (Σοφ. Σειρ. 38, 6) ομολογεί­ται: Ο Θεός «έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού». Τίποτε δεν αποκλείει ορθόδοξα την δυνατότητα να είναι κάποιος κάτοχος και των δύο επιστημονικών γνώσεων, όπως συμβαίνει στους μεγάλους Πατέρες και Μητέρες της Ορθοδοξίας. Αυτό ψάλλει η Ορθοδοξία στις 25 Νοεμβρίου για την μεγάλη μαθηματικό του 3ου αιώνα, αγία Αι­κατερίνη: «Την εκ Θεού σοφίαν λάβουσα παιδιόθεν η Μάρτυς, και την έξω σοφίαν καλώς πάσαν μεμάθηκε». Αντίθετα, εκεί που υπάρχει θρησκειοποιημένη η ιδεολογικοποιημένη πίστη (στα διάφορα θρησκεύμα­τα του κόσμου), Θρησκεία και Επιστήμες χρησιμο­ποιούν το ίδιο όργανο, την διάνοια-λογική, και έτσι αναπότρεπτα θα έλθουν σε σύγκρουση, διότι τις θέ­σεις της θρησκείας δεν μπορεί να δεχθεί, από ένα ση­μείο και πέρα, η λογική, ενώ τα πορίσματα της επι­στήμης δεν μπορεί να τα δεχθεί η θρησκεία, όταν αυ­τά συγκρούονται με θέσεις της θρησκείας ή της θρη­σκειοποιημένης πίστης, που θεωρούνται επιστημονι­κές. Το πρόβλημα δε για την θρησκεία ξεκινά από την αποδοχή των ιερών βιβλίων (π.χ. Αγίας Γραφής ή Κορανίου) ως επιστημονικού συγγράμματος.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό, γιατί στην Ορθοδο­ξία, όταν είναι Ορθοδοξία, δεν μπορεί ποτέ να υπάρ­ξει περίπτωση Γαλιλαίου. Η αρνητική στάση των ορ­θοδόξων λογίων κατά του κοπερνικείου συστήματος, τον 18ον αι. δεν ήταν απόρροια πνευματικότητας, αλλά δυτικών επιρροών (σχολαστικών τάσεων), βιβλικισμού ή αναμονής των εξελίξεων της επιστήμης (Ευγένιος Βούλγαρης). Αντίθετα η σύγκρουση Πίστεως και Επιστήμης είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και φυσιολογική, όταν τα πορίσματα της επιστήμης κρίνο­νται με μεταφυσικά κριτήρια, ή η διδασκαλία της Πί­στεως προσεγγίζεται με βάση τις αρχές και τα πορί­σματα των φυσικών επιστημών, δηλαδή με κριτήρια άλλου χώρου. Στην περίπτωση αυτή η μεν επιστήμη θεολογεί (οπότε αυτοκαταργείται), η δε πίστη μεταβάλλεται σε φυσική επιστήμη (οπότε αλλοτριώνεται). Αυτό συνέβη έντονα στην Δυτική Ευρώπη, όταν η ω­ρίμανση της Φυσικής και γενικά των Θετικών Επι­στημών εγκατέλειψε το αριστοτελικό κοσμοείδωλο και την μεθοδολογία του, ενώ η Δυτική Εκκλησία ε­πέμενε σ’ αυτά. Προεκτάσεις του δυτικού προβληματι­σμού και συνεπώς και συγκρούσεις (μάλλον διενέξεις) είχαμε και στην δυτικά σκεπτόμενη Ανατολή.

5. Στην συνάντηση Θεολογίας και Επιστήμης έγι­ναν τραγικά λάθη και από τις δύο πλευρές, που οδή­γησαν στην εκατέρωθεν απολυτότητα και απομόνω­ση. Η Δυτική Εκκλησία επέμεινε στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής, χωρίς αναφορά στην πατερική ερμηνεία της. Μετά την περίπτωση του Γαλι­λαίου, εξάλλου, και από τις δύο πλευρές, η σύγκρου­ση θεωρείτο δεδομένη. Θύμα της αντίληψης αυτής τον 20όν αιώνα ο πάστορας-Lemaitre και η «περί Μεγάλης Εκρήξεως» θεωρία του, που αποκρούστηκε ως ανακάλυψη κληρικού! Συχνά, εξάλλου, στην σύγ­κρουση οδηγούσε η διαφορά στην χρησιμοποιούμενη εκατέρωθεν γλώσσα. Ο βιβλικισμός των εκκλησια­στικών ήλθε συχνά αντιμέτωπος με τον λογικισμό (λογοκρατία) των φυσικών επιστημόνων. Η θεμελίω­ση της νοησιαρχίας στην Ευρώπη αρχίζει με τον ιερό Αυγουστίνο («credo, ut intelligam») και κορυφώνεται με τον Καρτέσιο («cogito, ergo sum»). Η προτεραιό­τητα δίνεται στην διάνοια, ακόμη και στον χώρο της Πίστης. Ο Θεός, τελικά, νοείται ως γνωστικό «αντικείμενο», που «συλλαμβάνεται» με την δύναμη της διάνοιας, η οποία καταξιώνεται σε κύριο συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

6. Είναι εν τούτοις γεγονός, ότι η επιστήμη στην Δυτική Ευρώπη προήλθε από την Θεολογία. Όχι μό­νο από τους δυτικούς Πατέρες, αλλά και από τον Καρτέσιο, τον Λάιμπνιτς, τον Νεύτωνα, που ήσαν και θεολόγοι. Η πίστη στον Θεό, συνεπάγεται την ανα­γνώριση λογικότητας στην δημιουργία, που έτσι προσφέρεται για έρευνα. Αργότερα όμως το «παιδί» επαναστάτησε κατά της μητέρας και οι δρόμοι τους χώρισαν. Αυτό όμως δεν συνέβη στην πατερική παρά­δοση της Ανατολής, στην οποία όχι μόνο συμπορεύθηκαν επιστήμη και θεολογία, αλλά και η Θεολογία αποδείχθηκε ενισχυτική στην αληθινή πρόοδο της Ε­πιστήμης. Αρκούν μερικά παραδείγματα από τα έργα του Μ. Βασιλείου (Εις την Εξαήμερον, ΡG, 29, 3-208) και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης (Περί κατα­σκευής ανθρώπου, ΡG, 44, 124-256).

Ο Μ. Βασίλειος δέχεται αρχή του κόσμου και δη­μιουργό Θεό: «Ει ουν αρχήν έχει ο κόσμος και πεποίηται, ζήτει τις ο την αρχήν αυτήν δους και τις ο ποιη­τής». Αλλά σ’ αυτή την υπόθεση οδηγεί και η θεωρία του Big Bang.

Ο Γρηγόριος Νύσσης (ΡG 44, 77D) προσδιορίζει την «αρχή»: «Τα πάντα ην εν πρώτη του Θεού περί την κτίσιν ορμή ( = κίνηση), οιονεί σπερματικής τινος δυνάμεως προς την του παντός γένεσιν καταβλη­θείσης, ενεργεία δε τα καθ’ έκαστον ούπω ην». Θα μπορούσε ο Γρηγόριος να ονομασθεί προφήτης της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης, αφού η «σπερματική δύναμη» μπορεί να ταυτιστεί με την «υπερσυμπυκνωμένη μάζα» της σύγχρονης θεωρίας.

Ο Μ. Βασίλειος (ΡG 29, 36Β) δέχεται μια εξελι­κτική πορεία στην κτίση, παρουσιάζοντας την «πρώ­τη αρχή», «ωδίνουσαν μεν την πάντων γένεσιν, δια την εναποτεθείσαν αυτή παρά του δημιουργού δύναμιν», ανέμενε δε «τους καθήκοντας χρόνους ( = κα­τάλληλους καιρούς), ίνα τω θείω κελεύσματι προαγάγη εαυτής εις φανερόν τα κινήματα».

Αυτό δε διότι -κατά τον Γρηγόριο (ΡG 44, 72Β) «πάντων των όντων τας αφορμάς και τας αιτίας και τας δυνάμεις συλλήβδην (ταυτόχρονα) ο Θεός εν ακαρεί (ακαριαία) κατεβάλλετο».

Το σύμπαν, εξάλλου, κατά τον Μ. Βασίλειο (ΡG 29, 1164) έχει ζωή και πάλλει από κίνηση, αναπτυσ­σόμενο και διαμορφούμενο μέσα στον χρόνο. «Η της φύσεως ακολουθία εκ του πρώτου προστάγματος την αρχήν δεξαμενή, προς πάντα τον εφεξής διεξέρχεται χρόνον, μέχρις αν προς την κοινήν συντέλειαν του παντός καταντήση».

Και ο Γρηγόριος (ΡG 44, 148C) δέχεται μια εξελι­κτική πορεία στη φύση: «Καθάπερ δια βαθμών η φύ­σις, των της ζωής λέγω ιδιωμάτων, από των μικρότε­ρων επί το τέλειον ποιείται την άνοδον».

Ο Μ. Βασίλειος δεν περιμένει από τη Γραφή όλες τις απαντήσεις, θεωρώντας αναγκαία την επιστημονι­κή έρευνα: «…πολλά απεσιώπησεν (η Γραφή), τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν (διερεύνη­ση), εξ ολίγων αφορμήν παρεχομένη επιλογίζεσθαι (να συναγάγει)…» (ΕΠΕ 4, 72/4). Όσοι Πατέρες είχαν επιστημονική-σχολική-κατάρτιση ασχολήθηκαν με τα φυσικά προβλήματα με βάση τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους. Γι’ αυτό σ’ αυτά τα θέματα μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, δεν έχουν όμως α­ντιφάσεις μεταξύ τους στα θεολογικά θέματα. Η ερ­μηνεία της Γραφής είναι έργο των θεοπνεύστων ερμη­νευτών και όχι των επιστημόνων. Οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ πατερικής θεολογίας και επιστήμης δεν οδηγούν σε ρήξεις, διότι η αληθινή θεολογία αναμέ­νει υπομονετικά την πρόοδο της επιστήμης για την κατανόηση των θεολογικών θέσεων. Δύο παραδείγμα­τα: Η αρχή της απροσδιοριστίας (Heisemberg) βοή­θησε στην προσέγγιση της Φυσικής με την Θεολογία, και τον «αποφατισμό» της ( = αδυναμία ακριβούς προσδιορισμού). Εξάλλου ένας αμερικανός αστρονό­μος έχει δηλώσει, ότι οι φυσικοί επιστήμονες μοιά­ζουν με ορειβάτες, οι οποίοι μόλις φθάσουν στην κορυφή του βουνού, βλέπουν τους θεολόγους να τους περιμένουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα τους!

Βέβαια και όταν βρίσκουμε συμπτώσεις σε καίρια φυσικά προβλήματα μεταξύ Θεολογίας και Επιστή­μης, σημαίνει ότι έχουμε ταύτιση προβληματισμών και όχι αναγκαστικά και των πορισμάτων. Η μη σύγ­κρουση δεν σημαίνει πάντα και συμφωνία. Αφού ό­μως ο σκοπός κάθε πλευράς είναι άλλος, η Θεολογία δεν αντικρούει την επιστημονική θέση, για την ηλι­κία λ.χ. του ανθρώπου στη γη. Αυτό που την ενδιαφέ­ρει είναι η δημιουργία του από τον Θεό και ο σκοπός της.

7. Όσον αφορά, συνεπώς, την Ορθόδοξη Θεολο­γία, με προϋπόθεση την πατερική παράδοση, βλέπει σήμερα την δυνατότητα συνεργασίας Θεολογίας και Φυσικών Επιστημών, ως προς τον εκσυγχρονισμό της Θεολογίας και τον εξηθικισμό της Επιστήμης. Είναι δε γεγονός, ότι το παλαιότερο συγκρουσιακό κλίμα έχει περιορισθεί στην εποχή μας, εκτός εάν πα­ραμένουν οι εκατέρωθεν προκαταλήψεις. Οι Θεολόγοι δέχονται την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και οι επιστήμονες δεν αναμειγνύουν τον Θεό στην ε­ρευνά τους. Άλλωστε, πίστη και επιστήμη δέχονται παγκοσμίους νόμους, και οι δύο δε, ζητούν την αλή­θεια, την φυσική ή την υπερφυσική. Ο Michael Polanyi (Personal knowledge, 1969, σ. 266) δέχεται την πί­στη ως την πηγή κάθε γνώσης, αφού «όλα τα βασικά πιστεύω μας στον επιστημονικό τομέα είναι αναπόδεικτα». Εξάλλου, τα κοσμοείδωλα, ακόμη και τα επι­στημονικά, συναρτώνται και με τα διάφορα κοινωνικά μοντέλα, στον χώρο των οποίων παράγονται ή αναπα­ράγονται. Έτσι, διεισδύουν στην επιστήμη και υπο­κειμενικές ιδέες και προκαταλήψεις, υπό την επίδρα­ση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπάρχει Vorverstandis και στην έρευνα. Καμιά κοσμοθεωρία, συνεπώς, δεν μπορεί να διεκδικήσει την αλήθεια στην πληρότητα της, όσο επιστημονική και αν είναι.

H συνάντηση Θεολογίας και Επιστημών είναι α­ποτελεσματικότερη, όταν o Θεολόγος διαλέγεται με αληθινούς ερευνητές (ελεύθερους δηλαδή και όχι «διαπλεκόμενους»), ο δε επιστήμων έχει απέναντί του συνεχιστές του Μ. Βασιλείου και του Ευγένιου Βούλγαρη και όχι φονταμενταλιστές δυτικού ή ισλαμικού τύπου. Ένοιωσα αιφνιδιασμό σε χώρα της Μ. Ανατολής, όταν Πρύτανης-Καθηγητής της Φυσικής – α­ναζητούσε ερείσματα της επιστήμης του στο Κορά­νιο. Την τάση για απολυτότητα στην επιστήμη με­τριάζουν οι παρατηρούμενες ασυμφωνίες μεταξύ των επιστημόνων, στην δε Θεολογία η γνώση του πατερικού παραδείγματος. Η Κβαντομηχανική διαψεύδει την αιτιότητα, αλλά ο Einstein διεφώνησε («Ο Θεός δεν ρίχνει ζάρια»). Από την άλλη πλευρά, η Ρωμαιο­καθολική Εκκλησία πληρώνει ακόμη το έγκλημα του σχολαστικισμού κατά του Γαλιλαίου. (Πρόσφατα α­παγορεύθηκε στον νυν πάπα, ως πρώην αρχηγό της Ιε­ράς Εξέτασης, να επισκεφθεί το Πανεπιστήμιο του Γαλιλαίου «Sapienza». Ο Πρύτανης είπε: Δεν λογο­κρίνουμε τον Πάπα. Ας διδάξει όπου θέλει, αλλά όχι σ’ αυτό το Ίδρυμα…).

Μετριοφροσύνη δημιουργεί στον επιστήμονα το γεγονός ότι η επιστημονική γνώση έχει τα όριά της (πρβλ. Ε. Θεοδώρου, πρώην Πρύτανη του ΕΚΠΑ: Τα όρια της επιστημονικής γνώσεως, Αθήναι 1981). Ορθά λοιπόν η Επιστήμη δεν ασχολείται με το περί Θε­ού πρόβλημα, διότι θα μεταβαλλόταν σε μεταφυσική, αυτοαπορριπτόμενη. Δεν θα είναι πια θετική επιστήμη. Η επιστήμη δεν μπορεί να απορρίψει το ενδεχό­μενο της ύπαρξης Θεού ως δημιουργού και προνοητού του σύμπαντος, διότι δεν έχει τα κατάλληλα όργα­να, για να Τον συλλάβει. Γι’ αυτό δεν μπορεί να κατη­γορεί την Θεολογία ως μυθολογία και δεισιδαιμονία. Αλλά ούτε και η Θεολογία δικαιούται να κατηγορεί την Επιστήμη ως άθεη, δηλαδή με τα δικά της κριτή­ρια.

Για την δημιουργική όμως σύγκλιση και συνεργα­σία Πίστεως και Επιστήμης απαιτείται κοινή γλώσσα. Κατά τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (ακαδημαϊκό), «πρέπει να φθάσουμε σε μια κοσμολογία κοινή και για τους Επιστήμονες και για τους Θεολόγους και πρέπει επίσης να συμφωνήσουμε στο τι συνιστά γνώση και αλήθεια». Σ’ αυτή την κοι­νή γλώσσα έχουν φθάσει επιστήμονες, όπως ο Paul Davies (καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής στο Newcastle), δηλώνοντας: «Η επιστήμη προσφέρει ασφαλέ­στερη οδό προς τον Θεό παρά η θρησκεία». Αλλά και ο γνωστός Β. φον Μπράουν, όταν δήλωνε: «Γιατί να βρίσκονται (πίστη και επιστήμη) σε αντίθεση; Η θρησκεία ασχολείται με τον Δημιουργό, η επιστήμη με την δημιουργία». Πρόσφατα δε, διαβάσαμε με έκ­πληξη (στο «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής 3.2.08) σε συνέντευξη της μεγάλης Ελληνίδας ανθρω­πολόγου κ. Κατερίνας Χαρβάτη: «Η επιστήμη και η θρησκεία δεν έρχονται σε σύγκρουση, γιατί δίνουν α­πάντηση σε διαφορετικά ερωτήματα: Η επιστήμη α­παντά στο πώς και η θρησκεία στο γιατί».

Αντίθετα ανοίγονται προοπτικές για συμπόρευση και συνεργασία. Η επιστήμη με την βοήθεια της πατερικής Θεολογίας: α) διακρίνει τα όριά της, β) δέχε­ται σημαντική ηθική καθοδήγηση, συνειδητοποιώ­ντας τον φιλάνθρωπο και διακονικό χαρακτήρα της, γ) αναγνωρίζει την αξία του ανθρώπου, αφού η Θεο­λογία διδάσκει, ότι «το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον» (Μάρκ. 2, 27), ή ότι ο άνθρωπος είναι «ζώον θεούμενον» (Γρηγόριος Νύσσης) ή «θεός κεκελευσμένος» ( = έχει μέσα του την εντολή να γίνει θεός) (Μ. Βασίλειος).

Αλληλοσυμπλήρωση Πίστης και Επιστήμης μπο­ρεί να υπάρξει κυρίως στο οικολογικό πρόβλημα, δεδομένου ότι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Οικουμενι­κός μας Πατριάρχης ή ο Σεβασμιώτατος Περγάμου Ιω­άννης, αγωνιζόμενοι για την διάσωση της Φύσης, δεν παύουν να αναγνωρίζουν ότι το νόημα της δημιουρ­γίας αποκαλύπτεται δια της επιστήμης, η δε Θεολογία εύχεται και στηρίζει την Επιστήμη, που αγωνίζεται για την διάσωση της Κτίσης.

Ας μην οριοθετούμε, λοιπόν, ο ένας την Επιστή­μη του άλλου και ας σεβόμεθα τα πορίσματα της εκα­τέρωθεν έρευνας, που διεξάγεται με αυτοσεβασμό και ταπείνωση, διότι ο κόσμος μας δεν χρειάζεται μόνο τις φυσικές επιστήμες, αλλά και την επιστήμη της θεώσεως, εφ’ όσον «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται ο άν­θρωπος» (Ματθ. 4, 4)

«ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ»
Πρωτοπρεσβυτέρου ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
Επιστήμη και Θρησκεία

του Θεόδ. Ι. Ρηγινιώτη
Η διάκριση επιστήμης και πίστης στον Ορθόδοξο κόσμο

Στην αρχαία χριστιανική παράδοση, δηλαδή τη σκέψη των αγίων των πρώτων χιλίων χρόνων και στη συνέχεια της ορθόδοξης Εκκλησίας, η Αγία Γραφή δεν αντιμετωπίστηκε ως πηγή πληροφόρησης για τη δημιουργία του κόσμου. Η γνώση σ’ αυτόν τον τομέα θεωρήθηκε πάντα αντικείμενο της φιλοσοφικής–επιστημονικής έρευνας.

Ο μέγας Βασίλειος θεωρεί ότι η Γένεση όχι μόνον δεν περιγράφει λεπτομερώς τη δημιουργία του κόσμου, αλλά και λειτουργεί ως προτροπή για επιστημονική έρευνα: «Ειπών, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην, πολλά απεσιώπησεν, ύδωρ, αέρα, πυρ, τα εκ τούτων απογεννώμενα πάθη× … παρέλιπε δε η ιστορία, τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν, εξ ολίγων αφορμών παρεχομένη επιλογίζεσθαι τα λειπόμενα» (Γράφοντας “Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη”, πολλά αποσιώπησε, το νερό, τον αέρα, τη φωτιά [τα στοιχεία της φύσεως κατά τους αρχαίους] και τις ενώσεις που προέρχονται απ’ αυτά… τα παρέλειψε δε η διήγηση, για να γυμνάσει το δικό μας νου, κάνοντάς μας από μικρές αφορμές να ανακαλύψουμε τα υπόλοιπα), βλ. Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον, Ομιλία Β΄, 3.

Το τονίζω, γιατί επικρατεί σύγχυση: στο χριστιανισμό υπήρχε πάντα σαφής διαχωρισμός επιστήμης και πίστης. Απορρίφθηκε βέβαια η παρέμβαση του ενός χώρου στον άλλο, δηλαδή η απόπειρα κατοχής του Θεού με τα εργαλεία της φιλοσοφίας (ή, σήμερα, της επιστήμης), ενώ η προσπάθεια της θεσμικής Εκκλησίας να ποδηγετήσει την επιστημονική έρευνα ήταν κάτι άγνωστο στον πατερικό χώρο. Συνέβη μόνο στη διαστρεβλωμένη χριστιανοσύνη του ευρωπαϊκού μεσαίωνα.

[Μια παρατήρηση: η 7η Οικουμενική Σύνοδος απορρίπτει ως αιρετικούς εκείνους που σπουδάζουν την ελληνική φιλοσοφία πιστεύοντας τα μεταφυσικά της δόγματα, δηλαδή τις οντολογικές αρχές της (π.χ. ότι ο κόσμος «υπάρχει πάντα»), ενώ αποδέχεται ως χριστιανούς εκείνους που τη σπουδάζουν ως επιστημονικό εργαλείο («δια παίδευσιν»). Ο Θεός, το ξαναείπαμε, δεν ανακαλύπτεται με το στοχασμό, αλλά με την κάθαρση της καρδιάς, μέσα στην οποία συναντιέται με τον άνθρωπο].

Το βιβλίο λοιπόν της Γένεσης δεν είναι βιβλίο κοσμολογίας ούτε βιολογίας. Δε θέλει να δώσει γνώση του πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, αλλά να θέσει κάποιες θεολογικές αρχές, με βάση τις οποίες προτείνει την κατανόηση του κόσμου, του ανθρώπου και της σχέσης ανθρώπου-κόσμου και ανθρώπου-Θεού. Τέτοιες αρχές είναι π.χ. ότι δεν υπάρχουν πολλοί θεοί, αλλά ένας, ότι τα άστρα, η γη, τα ζώα, τα δέντρα κ.τ.λ. δεν είναι θεοί, αλλά δημιουργήματα, ότι ο άνθρωπος ξεκίνησε από μια ζωή σχέσης με το Θεό, τον οποίο αποστράφηκε, κ.τ.λ.

Η Βίβλος ως πηγή πληροφοριών προς τον αρχαίο άνθρωπο

Ωστόσο, η Γένεση είναι η πιο κοντινή στη δική μας σκέψη κοσμογονία που μας έρχεται από τον αρχαίο κόσμο. Κατ’ αρχάς θεωρεί τον ουρανό, τη γη και όσα περιέχονται σ’ αυτά –ουράνια σώματα, όρη, θάλασσες και όλα τα όντα– ως απλά μέρη του σύμπαντος και όχι ως θεούς. Τα θεωρεί βέβαια δημιουργήματα του Θεού κι όχι προϊόντα χαοτικών συμπτώσεων, αλλά αυτό δεν είναι συνετό να μας κάνει να την απορρίψουμε εκ των προτέρων. Μάλλον το λογικό θα ήταν να θέσουμε το ερώτημα: πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ο συγγραφέας ότι υπάρχει Θεός;

Όπως κι αν κατέληξε σ’ αυτό το συμπέρασμα, ακόμη κι αν μας είναι αδιάφορο αν έχει δίκιο ή όχι, είναι βέβαιο πως η Γένεση δε γράφτηκε στο γόνατο.

Επιπλέον, μιλάει όχι για μάχες ή ενώσεις μεταξύ ανθρωπόμορφων θεών, που προκάλεσαν κοσμικές ανακατατάξεις, αλλά για έναν αόρατο, υπερβατικό Θεό, κοσμικών διαστάσεων, που με άυλα μέσα, με το λόγο Του, δημιουργεί κλιμακωτά το σύμπαν, τη γη και τελικά τον άνθρωπο. Κλιμακωτά: η πρώτη διατύπωση της θεωρίας της εξέλιξης βρίσκεται στη Βίβλο. Κατά κάποιους, ο Δαρβίνος, ως Εβραίος, εμπνεύστηκε τη θεωρία της εξέλιξης διαβάζοντας το πρώτο κεφάλαιο της Γένεσης.

Έτσι, σε μας η Γένεση δεν έχει προφανώς να προσφέρει γνώση για τα γεγονότα της κοσμογονίας, στο κοινό όμως, στο οποίο αρχικά απευθύνθηκε, είχε να προσφέρει και τέτοια γνώση. Για να γίνει κατανοητή η διαφορά, ας θυμηθούμε ότι, στον ίδιο ιστορικό χώρο με τον ποιμενικό πολιτισμό της Βίβλου, η απείρως πλουσιότερη και ισχυρότερη αυτοκρατορία της Βαβυλώνας είχε ένα σύνθετο εξωτικό πολυθεϊσμό και μια τυπική μυθική κοσμογονία.

Όμως, παραδόξως, οι αναφορές της Γένεσης στα ίδια τα γεγονότα της κοσμογονίας έχουν αναλογίες με τις προτάσεις τις σύγχρονης επιστήμης για το πώς έγιναν τα πράγματα. Οι αναλογίες αυτές είναι δευτερεύουσες και μπορεί να παραπλανήσουν κάποιους, κάνοντάς τους να νομίσουν πως αυτές είναι που πρέπει να τονιστούν, ενώ το ζητούμενο είναι η αγιότητα του ανθρώπου. Έχουν ωστόσο σημασία, γιατί χτυπούν ένα καμπανάκι που λέει ότι θα ήταν καλό να προσέξουμε τη Γένεση.

Το αποκορύφωμα της αναλογίας ανάμεσα στη Γένεση και τη σημερινή επιστήμη είναι η περιγραφή της δημιουργίας των γήινων όντων (κεφ. 1), που ακολουθεί μια σειρά σχηματική βέβαια, αλλά επιστημονικά σωστή: α) φυτά (χόρτα και δέντρα), β) από το νερό «βγαίνουν» τα ερπετά, τα κήτη και τα πουλιά, γ) από τη γη «βγαίνουν» θηλαστικά και ερπετά (ξανά, γιατί οι δεινόσαυροι έχουν χαθεί), δ) ο άνθρωπος.

Υπάρχει βέβαια μια τερατώδης ανακρίβεια: ο ήλιος, η σελήνη και τα άλλα ουράνια σώματα φαίνεται να δημιουργούνται την τέταρτη μέρα κι όχι την πρώτη, όπως θα περίμενε ο αναγνώστης! Ο μέγας Βασίλειος δίνει μια θεολογική εξήγηση: ο Μωυσής –συγγραφέας της Γένεσης κατά την παράδοση– θέτει τον ήλιο κ.τ.λ. στο μέσον του δημιουργικού χρόνου, γιατί οι αναγνώστες του ζούσαν ανάμεσα σε ισχυρούς ηλιολάτρες. Ήθελε έτσι να τονίσει ότι πρωταρχική πηγή του φωτός και δημιουργός της ζωής δεν είναι ο ήλιος, αλλά ο Θεός –επομένως, ότι ο ήλιος δεν είναι θεός.

Μια επιπλέον εξήγηση είναι ότι γράφει σαν παρατηρητής, που βλέπει να γίνονται «ο ουρανός, η Γη και πάντα τα εν αυτή». Ο ίδιος βλέπει τα ουράνια σώματα την τέταρτη μέρα, όταν ξεκαθαρίζει ο ουρανός από τα πυκνά νέφη της εξάτμισης των υδάτων. Γνωρίζει όμως ότι ημέρα και νύχτα υπάρχουν από την πρώτη μέρα (εννοείται ότι η επτά «ημέρες» δεν είναι 24ωρα: «είτε ημέρα πεις, είτε αιώνας, το ίδιο πράγμα είναι», Μ. Βασίλειος).

Επίσης, η Γένεση και η χριστιανική παράδοση που την ακολουθεί γνωρίζει τη βιολογική συγγένεια του ανθρώπου με τα ζώα: τόσο ο άνθρωπος όσο και τα ζώα δημιουργήθηκαν «εκ της γης» (από το χώμα, τα υλικά της γης), Γεν. 2, 19. «[Χωρίς το Άγιο Πνεύμα] προέχει των θηρίων ο άνθρωπος κατά την έναρθρον φωνήν μόνον, τα δε λοιπά της αυτής εκείνοις διαίτης εστίν, ουκ ων ομοίωσις του Θεού» (Τατιανός ο Σύρος, 2ος αι. μ.Χ.). «Δύο τινών κατά το ακρότατον προς άλληλα διεστηκότων, μέσον εστί το ανθρώπινον, της τε θείας και ασωμάτου φύσεως και της αλόγου και κτηνώδους ζωής» (άγ. Γρηγόριος Νύσσης). Η διαφορά είναι ότι, κατά τη Γένεση και τους χριστιανούς, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα» (πνευματική) και «καθ’ ομοίωσιν» του Θεού.

 

Η διαμάχη επιστήμης και πίστης

Η διαμάχη επιστημόνων και θεολόγων ή εκπροσώπων της θεσμικής Εκκλησίας για την προέλευση του σύμπαντος και της γήινης ζωής ταλαιπώρησε την ευρωπαϊκή διανόηση σε όλο το διάστημα των νεώτερων χρόνων. Ήταν μια διαμάχη για την εξουσία της «πίστης» ή του «ορθού λόγου», που ξεκίνησε το μεσαίωνα με τη διεκδίκηση των επιστημόνων να ερευνούν χωρίς το φόβητρο της Ιεράς Εξέτασης.

Τα πρώτα βήματα στην κήρυξη του πολέμου είχαν γίνει από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, με την καταδίκη των προσπαθειών των πρωτοπόρων της νεώτερης αστρονομίας (απαγόρευση από τον πάπα του Περί των περιφορών των ουρανίων σφαιρών του Κοπέρνικου το 1593, καταδίκη του Γαλιλαίου το 1632), ενώ η επιστήμη εκδικήθηκε, αρχικά με τους διαφωτιστές, που συχνά στρατεύθηκαν με ένταση κατά της Εκκλησίας (όπως ο Βολταίρος), και, το 19ο αιώνα, με τη θεωρία του Δαρβίνου, που χρησιμοποιήθηκε ως όπλο στον αγώνα κατά της εκκλησιαστικής αυθεντίας.

Ωστόσο η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης (Big Bang) για την προέλευση του σύμπαντος ήταν μια έκπληξη: θυμίζει τόσο πολύ την Αγία Γραφή (δημιουργία του κόσμου από το μηδέν), ώστε το 1951 ο πάπας τη χαιρέτισε με ενθουσιασμό! Οι επιστήμονες που την υποστήριζαν κατηγορήθηκαν ότι την επινόησαν για να «αποκαταστήσουν το χριστιανισμό», που η διεθνής επιστημονική κοινότητα καμάρωνε για την κατάργησή του στα μυαλά των «λογικών ανθρώπων» (Simon Singh, Big Bang, εκδ. Τραυλός 2005, σελ. 414-419).

Η θεωρία της εξέλιξης των ειδών θεωρήθηκε βόμβα πολλών μεγατόνων στα θεμέλια του δογματισμού και της δεισιδαιμονίας των χριστιανών, που «επέμεναν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξη μέρες», ότι τα πλάσματα της γης εμφανίστηκαν αυτόματα μ’ ένα πανηγυρικό θεϊκό θαύμα και φυσικά ότι «ο Θεός έπλασε από χώμα» ένα πρώτο ζευγάρι ανθρώπων, από το οποίο προέκυψαν όλοι οι υπόλοιποι.

Φυσικά και η ιστορία του προπατορικού αμαρτήματος θεωρήθηκε μύθος, και μάλιστα μύθος που βύθισε την ανθρωπότητα σ’ έναν ωκεανό ανυπόστατων ενοχών. Η αλήθεια, όπως την ανακάλυψε η επιστήμη, είναι πολύ πιο απλή: ο άνθρωπος δεν είναι παρά η φυσική και «τυχαία» εξέλιξη ενός έμβιου όντος –ένα είδος του ζωικού βασιλείου, στο οποίο ο εγκέφαλος, εντελώς τυχαία, αναπτύχθηκε υπερβολικά, αυτό είναι όλο.

Βέβαια, αφού ο Θεός είναι «η αρχή του κόσμου» κι εμείς βρήκαμε πώς άρχισε ο κόσμος, «αποδείξαμε» ότι δεν υπάρχει Θεός. «Είμαστε απόγονοι των πιθήκων» στη σκέψη του δυτικού ανθρώπου ισοδυναμεί με το «δεν είμαστε κατ’ εικόνα Θεού» και, σε πιο ακραία περίπτωση, «δεν υπάρχει Θεός ή, κι αν υπάρχει, αποκλείεται να είναι ο χριστιανικός Θεός». Φυσικά, η ιδέα ότι η Μεγάλη Έκρηξη, ο σχηματισμός των γαλαξιών, η εμφάνιση και η εξέλιξη της ζωής έγιναν τυχαία και όχι με το σχεδιασμό ενός ανώτατου Νου, δεν είναι «επιστημονικό πόρισμα» αλλά μεταφυσική ερμηνεία, την οποία διδάσκουν αβασάνιστα πολλοί επιστήμονες επειδή στη σκέψη τους κυριαρχεί μια συγκεκριμένη φιλοσοφία.

Στην πραγματικότητα, η θεωρία της εξέλιξης δεν ήταν πλήγμα κατά του χριστιανισμού, αλλά θεωρήθηκε έτσι επειδή ο δυτικός επιστημονικός κόσμος, φέροντας τις αγιάτρευτες πληγές του μεσαίωνα, ένιωθε την ανάγκη να τη δει έτσι. «Ο Δαρβίνος είχε την τύχη να ικανοποιήσει κάθε ένα που ήθελε να εξυπηρετήσει τους ιδιοτελείς σκοπούς του», Μπέρναρντ Σω.

Από ορθόδοξη σκοπιά, το πρόβλημα έχει λυθεί ήδη από τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο μέγας Βασίλειος, ερμηνεύοντας την αρχή της Γένεσης στις περίφημες Ομιλίες εις την Εξηαήμερον με τη βοήθεια όλων των επιστημονικών γνώσεων της εποχής του, είπε: «Ου γαρ ελαττούται η επί τοις μεγίστοις έκπληξις επειδάν ο τρόπος καθ’ ον γίνεται τι των παραδόξων εξευρεθή» (δεν ελαττώνεται ο θαυμασμός μας για τα μεγαλεία της δημιουργίας όταν ανακαλυφθεί ο τρόπος με τον οποίο έγιναν, Εις την Εξαήμερον, Ομιλία Α΄, 10). Ο Βασίλειος το έγραψε αυτό, γιατί κάποιοι φανατικοί χριστιανοί της εποχής του γκρίνιαζαν που εξέταζε επιστημονικά τη Γένεση!

Τον Θεό θα Τον βρούμε ποτέ;

Σύμφωνα με τους αρχαίους και τους ορθόδοξους αγίους, ο Θεός είναι ένα Ον εντελώς διαφορετικό από μας. Δεν είναι ανθρωπόμορφος (ό,τι ανθρωπομορφικό φαίνεται να λέει γι’ Αυτόν η Βίβλος, π.χ. ότι μιλάει, περπατάει, οργίζεται κ.τ.λ., θεωρείται συμβολισμός) και φυσικά είναι άστοχο να προσπαθούμε να Τον γνωρίσουμε με τα ερευνητικά εργαλεία της επιστήμης, που προορίζονται για τη γνώση του κόσμου, και όχι του Θεού!

Στο λάθος αυτό έπεσε πρώτη η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μετά το σχίσμα του 1054, που πίστεψε ότι με τη φιλοσοφία θα γνωρίσει το Θεό. Γι’ αυτό ονόμασε τη θεολογία της «σχολαστική» (=των σχολών), δηλ. πανεπιστημιακή. Το ίδιο λάθος συνεχίζουν οι φιλόσοφοι και οι επιστήμονες του δυτικού κόσμου, και, όταν αποτυγχάνουν να ανακαλύψουν το Θεό, καταλήγουν στο εσφαλμένο «επιστημονικό συμπέρασμα» ότι δεν υπάρχει Θεός.

Κατά τους αρχαίους και τους ορθόδοξους αγίους, ο μόνος τρόπος να γνωρίσουμε το Θεό, είναι να καθαρίσουμε την καρδιά μας από ό,τι μας εμποδίζει να αγαπήσουμε. Αυτή η κάθαρση της καρδιάς είναι που κάνει τον άνθρωπο να έχει «πείραν Θεού» (εμπειρία της παρουσίας του Θεού στη ζωή του). Αν η καρδιά μας είναι γεμάτη εγωισμό, μίσος ή περιφρόνηση η καρδιά μας κλείνει και αφήνει το Θεό απέξω. Πώς θα μπει ο Θεός (που αγαπά ακόμη κι εκείνους που δεν Τον αγαπούν) στην καρδιά ενός ανθρώπου που αγαπά π.χ. μόνο εκείνους που τον αγαπούν;

Φυσικά, το να αγαπά ο άνθρωπος εκείνους που τον μισούν δεν είναι φυσικό, αλλά «υπερφυσικό». Είναι ο σκοπός του αγώνα όλης της ζωής, τον οποίο καλούνται να κάνουν οι χριστιανοί αν θέλουν να δουν, όπως λέμε, «Θεού πρόσωπο». Ό,τι υπάρχει στην Εκκλησία (τελετές, νηστείες, προσευχές κ.τ.λ.) αποσκοπεί στο να εξαλειφθούν έστω και οι σκιές εγωισμού ή μίσους από την καρδιά μας, δηλαδή στην ενίσχυση των ανθρώπων με τη χάρη του Θεού για το υπεράνθρωπο αυτό έργο (μήπως εσείς «δε χρειάζεστε αυτή την ενίσχυση» αλλά αγαπάτε τους εχθρούς σας από μόνος σας, π.χ. – ή μήπως θεωρείτε ανόητο να αγαπά κάποιος τους εχθρούς του;). Η αγάπη ενώνει και η «σωτηρία» κατά το χριστιανισμό είναι η ένωση με το Θεό, που σημαίνει και ένωση αγάπης με όλα τα άλλα όντα στο σύμπαν.

 

Τί είναι Ορθοδοξία;
π. Γεωργίου Μεταλληνού
Ομοτίμου Καθηγητού Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Μιλώντας για την Ορθοδοξία, δεν πρέπει να επα­ναλαμβάνουμε το λάθος του Πιλάτου, όταν ερώτησε τον Χριστό: «Τί έστιν αλήθεια;» (Ίωάν. 18, 38). Το ορθό είναι: «Τίς έστιν αλήθεια». Διότι η αλήθεια δεν είναι μία ιδέα, μία θεωρία, ένα σύστημα, αλλά πρόσω­πο το Πανάγιο Πρόσωπο του Ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου, του Ιησού Χριστού. Έτσι πρέπει να ερωτήσου­με και για την Ορθοδοξία, διότι ταυτίζεται με το θεανθρώπινο Πρόσωπο του Θεού Λόγου. Αυτός, ώς Θεάν­θρωπος, είναι η Ορθοδοξία μας, η Παναλήθειά μας.

1. Αν θέλαμε να ορίσουμε, συμβατικά, τον Χρι­στιανισμό, ως Ορθοδοξία, θα λέγαμε ότι είναι η εμ­πειρία της παρουσίας του Ακτίστου (του Θεού)1 μέσα στην ιστορία και η δυνατότητα του κτιστού (του αν­θρώπου) να γίνει Θεός «κατά χάριν». Με δεδομένη τη διηνεκή παρουσία του Θεού εν Χριστώ στην ιστορική πραγματικότητα, ο Χριστιανισμός προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα θεώσεως, όπως η Ιατρική Επιστήμη του παρέχει τη δυνατότητα διατήρησης η α­ποκατάστασης της υγείας του, αλλά και στις δύο περι­πτώσεις μέσα από μία ορισμένη θεραπευτική διαδικα­σία και ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής.

Ο μοναδικός και απόλυτος στόχος της εν Χριστώ ζωής είναι η Θέωση, η ένωση δηλαδή με τον Θεό, ώ­στε ο άνθρωπος, μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει «κατά χάριν» αυτό που ο Θεός εί­ναι απο τη φύση του (άναρχος και ατελεύτητος). Αυ­τή είναι χριστιανικά η έννοια της σωτηρίας.
Δεν πρό­κειται για μία ηθική βελτίωση του άνθρωπου, αλλά για την εν Χριστώ άνα-δημιουργία, ανά-πλαση, αν­θρώπου και κοινωνίας, μέσα απο την υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση με τον Χριστό, ο Οποίος είναι η ένσαρκη φανέρωση του Θεού στην ιστορία. Αυτό εκ­φράζει η φράση του Άπ. Παύλου (Β’ Κορ. 5, 17): «ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις». Ο ενωμένος με τον Χρι­στό είναι καινούργιο δημιούργημα. Γι’ αυτό χριστια­νικά η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, η λυτρωτική είσοδος του Αιώνιου και Υπέρχρονου μέσα στον ι­στορικό χρόνο, είναι η άρχή ενός νέου κόσμου που συνεχί­ζεται ως τα πέρατα των αιώνων, στα πρόσωπα των αυ­θεντικών χριστιανών, δηλαδή των Αγίων. Η Εκκλη­σία, ως «σώμα Χριστού και εν Χριστώ κοινωνία υ­πάρχει στον κόσμο, για να προσφέρει τη σωτηρία, ως ένταξη άνθρωπου και κοινωνίας σ’ αυτή την αναγεν­νητική διαδικασία2. Τό σωστικό αυτο έργο της Εκκλησίας επιτελείται με μη συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί στην ιστορία ως ένα παγκόσμιο Θεραπευτήριο. «Ίατρείον πνευματικόν» (πνευματικό νοσοκομείο) ονομά­ζεται η Εκκλησία απο τον ιερό Χρυσόστομο (†407). Στη συνέχεια θα δοθεί απάντηση στα ερωτήματα:

1) Ποιά είναι η αρρώστια, την οποία θεραπεύει η χρι­στιανική Ορθοδοξία,
2) ποιά είναι η θεραπευτική μέθοδος, που εφαρμόζει και
3) ποιά είναι η ταυτότητα του αυθεντικού Χριστιανισμού, που τον διαφοροποιεί ριζικά από τις αιρετικές αποκλίσεις του, αλλά και από κάθε μορφή θρησκείας3

2. Η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης είναι η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και σύναμα και όλης της κτίσεως, που συμπάσχει («συστενάζει και συνωδίνει».Ρωμ.8,22) μαζί του. Η διάγνωση αυτή αφορά σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το αν είναι χριστιανός ή όχι, αν πιστεύει ή όχι, λόγω της φυσικής ε­νότητας σύνολης της ανθρωπότητας (βλ. Πράξ. 17, 26). Η χριστιανική Ορθοδοξία δεν κλείνεται στα στενά όρια ενός θρησκεύματος, που ενδιαφέρεται μό­νο για τους οπαδούς του, αλλά, όπως ο Θεός, «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας έλθειν» (Α’ Τιμ. 2, 4), αφού ο Θεός είναι «σωτήρ πά­ντων ανθρώπων» (Α’Τιμ. 4, 10). Η αρρώστια, λοιπόν, για την οποία μιλεί ο Χριστιανισμός, είναι πανανθρώ­πινη (Ρωμ. 5, 12: «…εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ’ ω ( = λόγω του οποίου θανάτου) πάντες ήμαρτον» (= αστόχησαν στην πορεία τους πρός την θέωση). Όπως δε η πτώση (δηλ. η αρρώστια) είναι πα­νανθρώπινη, έτσι και η σωτηρία-θεραπεία εξαρτάται άμεσα από τη λειτουργία του εσωτερικού του κάθε άν­θρωπου.

Η εμπειρία των Αγίων γνωρίζει ένα μνημονικό σύστημα, την καρδιακή η νοερά μνήμη, που λειτουρ­γεί μέσα στην καρδιά και την αγνοεί η ιατρική επι­στήμη. Η καρδιά, στην ορθόδοξη παράδοση δεν λει­τουργεί μόνο φυσικά, ως αντλία διακίνησης του αίμα­τος. Διότι πέρα από τη φυσική έχει και μία υπερφυσι­κή λειτουργία. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις γίνεται ο χώρος κοινωνίας με τον Θεό, με την άκτιστη δηλα­δή ενέργεια Του. Βέβαια, αυτό γίνεται αντιληπτό μέ­σα από την εμπειρία των Αγίων, των αληθινών Χρι­στιανών, και όχι με τη λογική λειτουργία η τη δια­νοητική θεολόγηση.

Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης (†1809), ανακεφα­λαιώνοντας όλη την πατερική παράδοση, στο έργο του «Συμβουλευτικόν Έγχειρίδιον» ονομάζει την καρ­διά κέντρο φυσικό, υπερφυσικό, αλλά και παραφυσι­κό, όταν η υπερφυσική λειτουργία αδρανεί, διότι η καρδιά κυριαρχείται από πάθη. Η υπερφυσική λει­τουργία της καρδιάς είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την τελείωση, την ολοκλήρωση του ανθρώπου, δηλα­δή τη θέωση του, ως πλήρη ένταξη του στήν εν Χρι­στώ κοινωνία.

Στήν υπερφυσική της λειτουργία η καρδιά γίνεται χώρος ενεργοποίησης του νού. Στον γλωσσικό κώδι­κα της Ορθοδοξίας ο νους (στην Κ.Δ. ονομάζεται «πνεύμα» του άνθρωπου και «οφθαλμός της ψυχής») είναι ενέργεια της ψυχής, με την οποία ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, φθάνοντας στη θέα του Θεού η Θεοπτία. Βέβαια, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι γνώση του Θεού δεν σημαίνει γνώση της αμέθεκτης καί απρόσιτης θείας ουσίας, αλλά της θείας ενέργειας. Η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό είναι η ουσια­στική διαφορά της Ορθοδοξίας από κάθε άλλη εκ­δοχή του Χριστιανισμού. Η ενέργεια του νού μέσα στηη καρδιά ονομάζεται «νοερά λειτουργία» της καρ­διάς. Διευκρινίζουμε και πάλι, ότι Νους και Λόγος (Λογική) ορθόδοξα δεν ταυτίζονται, διότι η λογική ε­νεργείται στον εγκέφαλο, ενώ ο νούς στην καρδιά.

Η νοερά λειτουργία πραγματοποιείται ώς αδιάλει­πτη προσευχή (πρβλ. Α’Θεσσ. 5, 17) του Αγίου Πνεύ­ματος μέσα στην καρδιά (πρβλ. Γάλ. 4, 6 Ρωμ. 8, 26 Α’ Θεσσ. 5, 19) και ονομάζεται από τους Αγίους Πα­τέρες μας «μνήμη Θεού». “Έχοντας ο άνθρωπος στην καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», έχει αίσθηση της «ενοικήσεως» του Θεού μέσα του (Ρωμ. 8, 11). Ο Μ. Βασίλειος στη β’ επιστολή του λέγει, οτι η μνήμη του Θεού μένει αδιάλειπτη, όταν δεν διακόπτεται από τις γήινες φροντίδες, αλλά ο νούς «αναχωρεί» προς τον Θεό, έχει δηλαδή κοινωνία με τον Θεό. Αυτό όμως δεν σημαίνει, οτι ο ενεργούμενος από τη θεία ενέρ­γεια πιστός αποφεύγει τις αναγκαίες φροντίδες της ζωής, μένοντας στην απραξία η σε κάποια έκ-σταση, αλλά την απελευθέρωση του νου από τις φροντίδες αυτές, με τις όποιες ασχολείται η λογική. Γιά να χρη­σιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα, που μας αγγίζει. Έ­νας επιστήμονας, που έχει αποκτήσει τη νοερά του λειτουργία, με την λογική ασχολείται με τα προβλή­ματα του, ενώ ο νους του, μέσα στην καρδιά, διατηρεί αδιάλειπτη την μνήμη του Θεού. Αυτός είναι ορθόδο­ξα ο υγιής (normal) άνθρωπος (ο Άγιος). Γι’ αυτό η θεραπεία της Ορθοδοξίας συνδέεται με την πορεία του άνθρωπου προς την αγιότητα.
Η αλειτουργία η υπολειτουργία της νοεράς ενέρ­γειας του άνθρωπου ειναι η ουσία της πτώσεως. Το περιβόητο «προπατορικό αμάρτημα» είναι ακριβώς η αστοχία του άνθρωπου, στην αρχή ακόμη της ιστορι­κής του παρουσίας, να διασώσει την μνήμη του Θεού, την κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, στην καρδιά του.

Σ’ αυτή τη νοσηρά κατάσταση μετέχουν όλοι οι α­πόγονοι των πρωτοπλάστων, διότι δεν είναι κάποιο η­θικό, προσωπικό δηλαδή, αμάρτημα, αλλά νόσος της φύσεως του ανθρώπου («Νενόσηκεν ημών η φύσις την αμαρτίαν», παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος Αλεξαν­δρείας †444) και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρω­πο, όπως ακριβώς η αρρώστια κάποιου δένδρου μετα­δίδεται σε όσα άλλα προέρχονται από αυτό.

Η αδρανοποίηση της νοεράς λειτουργίας η της μνήμης του Θεού και η σύγχυση της με τη λειτουργία του εγκεφάλου, όπως συμβαίνει σέ όλους μας, υποδου­λώνει τον άνθρωπο στο άγχος και στο περιβάλλον και στην εκζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από τον ατομικι­σμό και την αντικοινωνικότητα.

Στην κατάσταση της νόσου της πτώσεως ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον Θεό και τον συνάνθρωπο για την κατοχύρωση της α­τομικής του ασφάλειας και ευτυχίας. Χρήση του Θεού γίνεται με τη «θρησκεία» (προσπάθεια απόσπασης της δύναμης του Θείου), που μπορεί να εκφυλισθεί σε αύτοθεοποίηση του άνθρωπου («αυτείδωλον εγενόμην» λέγει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης στον «Μέγα Κα­νόνα» του). Χρήση του συνανθρώπου και κατ’ επέκτα­ση της κτίσης γίνεται με την εκμετάλλευση τους με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτή είναι λοιπόν, η νόσος, την ο­ποία ζητεί να θεραπεύσει ο άνθρωπος, εντασσόμενος ο­λόκληρος στο «πνευματικό θεραπευτήριο» της Εκκλη­σίας4.

3. Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας , ως εν Χριστό κοινωνίας, στον κόσμο είναι η θεραπεία του ανθρώπου με την αποκατάσταση της καρδιακής κοινωνίας του με το Θεό, της νοεράς δηλαδή λειτουργίας. Κατά τον μακαριστό καθηγητή π.Ι. Ρωμανίδη, «η πατερική παράδοσις δεν είναι ουτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικό σύστημα , ούτε θρησκευτικός δογματισμός , αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείον αυτό ομοιάζει πολύ με την Ιατρική και κυρίως την Ψυχιατρικήν. Η νοερά ενέργεια της ψυχής, που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εις την καρδίαν, είναι ένα φυσιολογικόν όργανον, που όλοι έχουν και το όποιον χρειάζεται θεραπείαν. Ούτε η φι­λοσοφία, ούτε καμμία των γνωστών θετικών η κοινω­νικών επιστημών δύναται να θεραπεύση το όργανον αυτο (…) Διά τούτο ο αθεράπευτος συνήθως δεν γνω­ρίζει ούτε καν την υπαρξιν αύτου του οργάνου».

Η ανάγκη θεραπείας του άνθρωπου, κατά τα πα­ραπάνω είναι πανανθρώπινη υπόθεση, σχετιζόμενη πρώτα με την αποκατάσταση του κάθε άνθρωπου στη φυσική του ύπαρξη με την επανενεργοποίηση και της τρίτης (νοεράς) μνημονικής λειτουργίας. Επεκτείνε­ται όμως και στην κοινωνική παρουσία του ανθρώπου. Για να μπορεί ο άνθρωπος να κοινωνεί ως αδελφός με τον συνάνθρωπο του, πρέπει η ιδιοτέλεια του, που λει­τουργεί τελικά ως φιλαυτία, να μεταβληθεί σε ανιδιοτέλεια (πρβλ. Α’Κορ. 13, 8: «η αγάπη… ού ζητεί τα ε­αυτής»). Ανιδιοτελής είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού (Ρωμ. 5, 8” Α’ Ίωάν. 4, 7 έ.) που δίνει τα πάντα χωρίς αντάλλαγμα. Γι’ αυτό και τό κοινωνικό ιδανικό της χριστιανικής Ορθοδοξίας δεν είναι η «κοινοκτη­μοσύνη», άλλά η «ακτημοσύνη», ως αύτοπαραίτηση α­πό κάθε απαίτηση. Διότι μόνον τότε είναι δυνατή η δι­καιοσύνη.

Η μέθοδος θεραπείας, που προσφέρεται από την Εκκλησία, είναι η πνευματική ζωή, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Η πνευματική ζωή βιώνεται ως άσκηση και μετοχή στην παρεχόμενη μέσω των μυστηρίων άκτιστη Χάρη. Η άσκηση είναι βιασμός της αυτονο­μημένης και νεκρωμένης από την αμαρτία φύσεως μας, που πορεύεται προς τον πνευματικό η αιώνιο θά­νατο, τον αιώνιο δηλ. χωρισμό από τή Χάρη του Θε­ού. Η άσκηση αποβλέπει στη νίκη πάνω στα πάθη, για να νικηθεί η εσωτερική δουλεία στις νοσογόνες ε­στίες του άνθρωπου και να μετάσχουμε στο σταυρό του Χρίστου και την ανάσταση του. Ο Χριστιανός α­σκούμενος υπό την καθοδήγηση του Θεραπευτή-Πνευματικού του, γίνεται δεκτικός της Χάρης, που δέ­χεται με τη μετοχή του στη μυστηριακή ζωή του εκ­κλησιαστικού σώματος. Χριστιανός ανάσκητος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως δεν υπάρχει θεραπευόμενος άνθρωπος, πού δεν τηρεί τη θεραπευτική αγωγή, που του όρισε ο γιατρός του.

4. Τα παραπάνω οδηγούν σε κάποιες σταθερές, που τεκμηριώνουν την ταυτότητα της χριστιανικής Ορθοδοξίας:

α) Η Εκκλησία ως σώμα Χρίστου, λειτουργεί ως θεραπευτήριο-Νοσοκομείο. Διαφορετικά δεν είναι Εκ­κλησία, αλλά Θρησκεία. Οι Κληρικοί, εκλέγονταν αρχικά από τους θεραπευμένους, γιά νά λειτουργοΰν ώς θεραπευτές τών άλλων. Η θεραπευτική λειτουργία της Εκκλησίας σώζεται σήμερα κυρίως στις Μονές, που αντέχοντας ακόμη στην εκκοσμίκευση, συνεχί­ζουν την Εκκλησία των αποστολικών χρόνων.

β) Οι επιστήμονες της εκκλησιαστικής θεραπείας είναι οι ήδη θεραπευμένοι. Όποιος δεν έχει εμπειρία της θεραπείας δεν μπορεί να είναι θεραπευτής. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ποιμαντικής θεραπευτικής επιστήμης και ιατρικής επιστήμης. Οι επιστήμονες της εκκλησιαστικής θεραπευτικής (Πατέρες και Μητέρες) αναδεικνύουν άλλους θεραπευτές, όπως οι Καθηγητές της Ιατρικής αναδεικνύουν τους διαδόχους τους.

γ) Ο περιορισμός της Εκκλησίας στην απλή συγ­χώρηση των αμαρτιών για την είσοδο μετά θάνατον στον παράδεισο συνιστά αλλοτρίωση και ισοδυναμεί με το να συγχωρεί η ιατρική επιστήμη τον ασθενή, για να θεραπευθεί μετά θάνατον! Η Εκκλησία δεν α­ποβλέπει στο να στείλει κάποιον στον παράδεισο η στην κόλαση. Παράδεισος και κόλαση, άλλωστε, δέν είναι τόποι, αλλά τρόποι υπάρξεως. Η Εκκλησία, θε­ραπεύοντας τον άνθρωπο, τον προετοιμάζει να βλέπει τον Χριστό αιώνια μέσα στο άκτιστο φώς Του ως πα­ράδεισο και όχι ως κόλαση, δηλαδή «πύρ καταναλίσκον» (Έβρ. 12, 29). Και αυτό, φυσικά, άφορα σε κά­θε άνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οι άνθρωποι θα βλέπουν αιώ­νια τον Χριστό, ως «Κριτή» του κόσμου.

δ) Η εγκυρότητα της επιστήμης τεκμηριώνεται από την επίτευξη των στόχων της (π.χ. στην ιατρική, από τη θεραπεία του ασθενούς). “Έτσι, διαφοροποιεί­ται η αυθεντική επιστημονική ιατρική από τον κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο και της ποιμαντικής θερα­πευτικής της Εκκλησίας είναι η επίτευξη της πνευμα­τικής θεραπείας, με το άνοιγμα της πορείας προς τη θέωση. Η θεραπεία δεν μετατίθεται στη μεταθανάτια ζωή, αλλά συντελείται στη ζωή του άνθρωπου σ’ αυ­τόν εδώ τον κόσμο (εδώ και τώρα). Αυτό διαπιστώνε­ται από τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων που νικούν τη βιολογική φθορά, όπως αυτά των Αγίων της Επτα­νήσου: Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου και Θεο­δώρας της Αυγούστας. Τα άφθαρτα ιερά λείψανα είναι στη παράδοση μας οι αδιαφιλονίκητες τεκμηριώσεις της θεώσεως, της ολοκληρώσεως δηλαδή της θερα­πευτικής της Εκκλησίας. Θα παρακαλούσα δε τον ια­τρικό κόσμο της Χώρας μας να προσέξει ιδιαίτερα την περίπτωση των ακεραίων ιερών λειψάνων, διότι όχι μόνο δεν έχουν δεχθεί επιστημονική επέμβαση, αλλά φανερώνεται σ’ αυτά η ενέργεια της θεϊκής Χά­ρης. Διότι τη στιγμή ακριβώς, που αρχίζει η διάλυση του κυτταρικού συστήματος, σταματά αυτόματα, και αντί δυσοσμίας εκπέμπεται ευωδία. Περιορίζομαι στα ιατρικά συμπτώματα, και δεν επεκτείνομαι στα θαύμα­τα, ως αποδείξεις της θεώσεως, διότι ανήκουν σε άλ­λη σφαίρα.

ε) Τέλος, τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας (Γραφή, συνοδικά και πατερικά κείμενα) δεν κωδικοποιούν κά­ποια χριστιανική ιδεολογία, άλλά έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα, λειτουργώντας όπως τα πανεπιστημιακά συγγράμματα στην ιατρική επιστήμη. Αυτό ισχύει και για τα λειτουργικά κείμενα, λ.χ. τις Ευχές. Η άπλή α­νάγνωση μιας Ευχής (προσευχής), χωρίς παράλληλη ένταξη του πιστού στη θεραπευτική διαδικασία της Εκκλησίας, δεν θα διέφερε από την περίπτωση, που ο ασθενής καταφεύγει στο γιατρό με ισχυρούς πόνους, και εκείνος αντί να επέμβει δραστικά, περιορίζεται στο να τον ξαπλώσει στο χειρουργικό κρεβάτι και να του διαβάσει το σχετικό με τη νόσο του κεφάλαιο!

Αυτή με λίγα λόγια είναι η Ορθοδοξία. Δεν έχει σημασία, αν την αποδέχεται κανείς η όχι. Γι’ αυτό α­πευθύνομαι προς όλους, και τους μη χριστιανούς και τους αδιάφορους, αλλά και προς «χριστιανούς» (σε ει­σαγωγικά). Κάθε άλλη εκδοχή για τον Χριστιανισμό συνιστά παραποίηση και διαστροφή του, έστω καί αν θέλει να προβάλλεται ως Ορθοδοξία!

 

† Μητροπολίτου Εδέσσης Χρυσοστόμου, Σταυρός Ασήκωτος

…δοκίμασε όλους τους σταυρούς χωρίς να βρει ούτε ένα κατάλληλο γι’ αυτόν…

Ένας φτωχός και ταλαιπωρημένος άνθρωπος μετά από οδοιπορία πολλών ημερών έφτασε σε μια πόλη. Εκεί βρήκε κάποια στέγη για να περάσει τη νύκτα του. Όπως ήταν κατάκοπος από την κούραση κοιμήθηκε γρήγορα παραπονούμενος στο Θεό ότι του έδωκε πολύ βαρύ σταυρό στη ζωή του. Στον ύπνο του είδε ένα περίεργο όνειρο. Είδε ότι βρισκόταν σε μια μεγάλη αίθουσα. Γύρω γύρω στους τοίχους βρισκόντουσαν πολλοί σταυροί. Μεγάλοι, μικροί, πέτρινοι, μαρμάρινοι, ξύλινοι, μαλαματένιοι κλπ. Και τότε άκουσε μια μυστηριώδη φωνή να του λέγει:

«Άνθρωπέ μου, αν νομίζεις ότι ο σταυρός που σηκώνεις ως τώρα είναι πολύ βαρύς για σένα, άφησέ τον και διάλεξε όποιον θέλεις». Και ο ταξιδιώτης σηκώθηκε κι άρχισε να δοκιμάζει τους σταυρούς. Ο πρώτος ήταν βαρύς, βαρύτατος. Ο δεύτερος ήταν ασήκωτος. Ο τρίτος είχε αιχμηρές προεξοχές, που του τρυπούσαν το σώμα. Έτσι δοκίμασε όλους τους σταυρούς χωρίς να βρει ούτε ένα κατάλληλο γι’ αυτόν. Σε μια γωνιά όμως διέκρινε ένα πεταμένο σταυρό. Τον σηκώνει. Τον ζυγίζει στα χέρια του, και γεμάτος χαρά λέγει: «Να αυτός είναι στα μέτρα μου! Αυτόν θα πάρω». Τον κυτάζει καλά και τι νομίζετε ότι ανακάλυψε: Ήταν ο σταυρός του, ο σταυρός που κρατούσε ως την ώρα που ξάπλωσε για να κοιμηθεί.
Ο καλός Θεός, δεν επιτρέπει δοκιμασίες βαρύτερες και περισσότερες απ’ όσες μπορούμε να σηκώσουμε. Το λέγει καθαρά το Ευαγγέλιό του. «Ουκ εάσει υμάς πειρασθήναι υπέρ ο δύνασθε» (Α΄ Κορ. ι,13).
Εάν εμείς, που είμαστε μικροί και αδύναμοι, δεν δίδομε στο παιδάκι μας φορτίο μεγαλύτερο από τις δυνάμεις του, πόσο μάλλον ο ουράνιος Πατέρας μας δεν επιτρέπει θλίψεις και στενοχώριες, δοκιμασίες και πειρασμούς μεγαλύτερους από την αντοχή μας.
«Πριν σου στείλει ο Θεός το Σταυρό που σηκώνεις,
τον κοίταξε με τα πάνσοφα μάτια Του
τον εξέτασε με τη Θεία λογική Του
τον έλεγξε με την απέραντη δικαιοσύνη Του
τον θέρμανε στην γεμάτη αγάπη καρδιά Του
τον ζύγισε καλά με τα στοργικά Του χέρια
μην τυχόν και πέσει βαρύτερος από την αντοχή σου
και αφού υπολόγισε το θάρρος και τη δύναμή σου
τον ευλόγησε και τον επίθεσε στους ώμους σου.
Μπορείς να τον σηκώσεις. Μη φοβάσαι!
Άνθρωπε κράτησέ τον και ανέβαινε
από τον Γολγοθά προς την Ανάσταση».

Ανθολογία Ανεκδότων Τόμος Α΄
Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας
Έδεσσα, 1995

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

 

Ο Άγιος Παΐσιος αποκαλύπτει στον Ανέστη Μαυροκέφαλο, τα γεγονότα που θα προηγηθούν της παράδοσης της Κωνσταντινούπολης στους Έλληνες, όπως επίσης και ορισμένα από εκείνα που θα ακολουθήσουν.

 

Καθώς η καταγωγή μας είναι απ’ την Καππαδοκία και η μία γιαγιά μας κατάγεται απ’ το χωριό του Γέροντα, απ’ τα Φάρασα, ενώ η άλλη απ’ την Καισάρεια, έχουμε κοινές ρίζες με το Γέροντα, και επειδή εκείνα τα μέρη μας πονάνε ιδιαίτερα τώρα που είναι σε ξένα χέρια, ρωτούσα συνέχεια το Γέροντα για την Τουρκία, τι θα γίνει με τον Ελληνισμό και άλλα σχετικά.

Κάποτε, είχα πάει στο Γέροντα με ένα φίλο μου και εκεί συναντήσαμε μία παρέα από πέντε παιδιά. Τότε, ρώτησα το Γέροντα ποιές προέβλεπε να είναι οι εξελίξεις σχετικά με την Τουρκία. «Γέροντα», του λέω, «απ’ την Αλεξανδρούπολη είμαστε. Μήπως μας πιάσει η μπόρα κατά κει;» Μου απαντά: «Κοίταξε να δεις. Οι Τούρκοι δε θα μπουν στην Αλεξανδρούπολη. Θα κάνουν μόνο μία πρόκληση στην Ελλάδα, που θα έχει σχέση με την αιγιαλίτιδα ζώνη. Και εμάς θα μας πιάσει πείνα. Θα πεινάσει η Ελλάδα. Και επειδή θα κρατήσει αυτή η μπόρα κάποιο διάστημα, μήνες θα είναι, θα πούμε το ψωμί ψωμάκι».

Μετά ρωτάω: «Γέροντα, πώς θα καταλάβω εγώ ότι θα είμαστε κοντά στον πόλεμο;» «Όταν», λέει, “θα ακούσεις την τηλεόραση να γίνεται θέμα για τα μίλια, για την επέκταση των μιλίων (της αιγιαλίτιδας ζώνης) από 6 σε 12 μίλια, τότε από πίσω έρχεται ο πόλεμος. Ακολουθεί”. Λέω: «Και ποια κράτη θα συμμετέχουν;» «Κοίταξε, μετά την πρόκληση των Τούρκων, θα κατεβούν οι Ρώσοι στα Στενά. Όχι για να βοηθήσουν εμάς. Αυτοί θα έχουν άλλα συμφέροντα. Αλλά, χωρίς να το θέλουν, θα βοηθάνε εμάς. Τότε, οι Τούρκοι για να υπερασπισθούν τα Στενά, που είναι στρατηγικής σημασίας, θα συγκεντρώσουν εκεί και άλλα στρατεύματα. Παράλληλα δε, θα αποσύρουν δυνάμεις από καταληφθέντα εδάφη. Όμως, θα δουν τότε τα άλλα κράτη της Ευρώπης, συγκεκριμένα η Αγγλία, η Γαλλία, η Ιταλία και άλλα έξι-εφτά κράτη της ΕΟΚ, ότι η Ρωσία θα αρπάξει μέρη, οπότε θα πουν: «Δεν πάμε κι εμείς εκεί πέρα, μήπως πάρουμε κανένα κομμάτι;» Όλοι, όμως, θα κυνηγούν τη μερίδα του λέοντος. Έτσι, θα μπουν και οι Ευρωπαίοι στον πόλεμο».

Σ’ αυτό το σημείο ρωτάω: «Εμείς, τι θα κάνουμε; Ο ελληνικός στρατός θα πάρει μέρος σ’ αυτόν τον πόλεμο;» «Όχι» λέει. «Θα βγάλει η κυβέρνηση απόφαση να μη στείλει στρατό. Θα κρατήσει στρατό μόνο στα σύνορα. Και θα είναι μεγάλη ευλογία που δε θα πάρει μέρος. Γιατί, όποιος πάρει μέρος σ’ αυτόν τον πόλεμο, χάθηκε… Τότε, επειδή στην Ελλάδα ο κόσμος θα φοβηθεί, πολλοί θα στραφούν προς την Εκκλησία, προς τον Θεό, και θα μετανοήσουν. Γι’ αυτό, επειδή θα υπάρξει μετάνοια, δε θα πάθουμε κακό οι Έλληνες. Ο Θεός θα λυπηθεί την Ελλάδα, επειδή ο κόσμος θα στραφεί προς την Εκκλησία, προς το Μοναχισμό και θα αρχίσουν να προσεύχονται. Και θα Βαπτισθούν πολλοί Τούρκοι. Τότε, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος θα συμβάλει ως μεσάζοντας, να δοθεί η Πόλη στην Ελλάδα. Είναι ευλαβής, είναι καλός». «Γέροντα», τον ρωτάω μετά, «την Πόλη θα την δώσουν σ’ εμάς;» «Θα την δώσουν σε μας, όχι επειδή θα το θέλουν, αλλά επειδή αυτή η λύση θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ξένων. Τότε θα το καταλάβουν αυτό. Αυτά που σου λέω, μην τα πεις σε κανένα. Θα σε βγάλουν τρελλό. Γιατί δεν είναι ώριμες οι συγκυρίες ακόμα. Τότε θα το καταλάβεις». Αυτή η συζήτηση με το Γέροντα έγινε το 1991, όταν υπηρετούσα στο στρατό.

Άλλη φορά, ο Γέροντας είπε: «Η διοίκηση της Πόλης, από μας, θα είναι και στρατιωτική και πολιτική». Γνώρισα και τρεις αξιωματικούς που είχαν πάει στο Γέροντα. Απ’ τους τρεις αξιωματικούς ο ένας έλεγε: «Μόνο σε μένα ο Γέροντας είπε πως θα είμαι διοικητής στρατιωτικού τμήματος στην Πόλη. Στους άλλους δεν ανέφερε τίποτε».

Κάποια άλλη παρέα είχε πάει στο Γέροντα. Ένας απ’ αυτούς σπούδαζε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Ξάνθης. Σε μια στιγμή, γυρίζει ο Γέροντας, τον δείχνει με το δάκτυλο – αυτός, σημειωτέον, πήγαινε στο Γέροντα για πρώτη φορά – και του λέει: «Εσύ, σαν πολιτικός μηχανικός, θα συμβάλεις στην ανοικοδόμηση της Πόλης, γιατί η Πόλη θα ανοικοδομηθεί απ’ την αρχή». Γύρισε και τον έδειξε με το δάκτυλο μπροστά σε όλους. Το παιδί, τότε, ήταν φοιτητής. Μετά, ο Γέροντας γυρίζει σε μένα και λέει: «Κι εσύ, Ανέστη, θα πας στην Πόλη. Κι εσείς οι δύο – έδειξε εμένα και τον φίλο μου – θα πάτε στην Πόλη, αλλά για άλλο σκοπό». Δε μου τον φανέρωσε το σκοπό. Μετά απ’ αυτό, μου μπήκε η επιθυμία να μάθω τουρκικά.

Μια άλλη φορά που είχα πάει στο κελλί του Γέροντα, έτυχε να είναι μέσα ένας πρώην μουσουλμάνος από τη Θράκη. Τον πιάνω και του λέω: «Εσύ πώς συνέβη και ήλθες εδώ, στο Γέροντα;» Σταύρο τον έλεγαν. «Άσε», λέει, «κάτσε να σου πω. Ο Γέροντας μας έκανε ένα πολύ μεγάλο θαύμα και πίστεψε όλη η οικογένειά μου. Μετά ήλθε στο χωριό και φρόντισε να Βαπτισθούμε».

Και σε άλλη επίσκεψή μας στην Παναγούδα, ήταν παρών και ο μουσουλμάνος που Βαφτίσθηκε, ο Σταύρος. Τότε, πάλι μας ανέφερε ο Γέροντας για τα γεγονότα, πώς θα εξελιχθούν με την Κωνσταντινούπολη. Και όταν έφθασε στο σημείο που θα πονέσει η Ελλάδα και είπε ότι, εμάς, θα μας αγγίξει η πείνα, λέει ο κύριος Σταύρος: «Γέροντα, να κρατήσω ένα σακκί αλεύρι για να μπορέσω ν’ αντιμετωπίσω εκείνη την περίοδο και να μην πεινάσουν τα παιδιά;» «Όχι», του λέει, «μην παίρνεις, γιατί ο γείτονάς σου θα έχει αλεύρι και θα σου δώσει»! Δηλαδή, προείδε ο Γέροντας ποιός θα βοηθήσει τον κύριο Σταύρο στην περίοδο της πείνας. Εκείνος φυσικά θα ζει σε χωριό. Τώρα, εμείς που ζούμε στις πόλεις, θα πούμε το ψωμί ψωμάκι. Γι’ αυτό, άλλη φορά, ο Γέροντας έλεγε: «Να έχετε ένα κτηματάκι και λίγο να το καλλιεργείτε. Κοντά σε σας, θα βοηθήσετε και κάποιον που δεν θα έχει».

https://www.ekklisiaonline.gr/nea/alosi-tis-polis-29-meou-1453-i-profitia-tou-agiou-paisiou-gia-tin-konstantinoupoli/

Πηγή: Περιοδικό Παρακαταθήκη

 

29 Μαΐου 1453 – Engin Ardic, Ο γνωστός Τούρκος συγγραφέας και δημοσιογράφος έγραψε για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης – Αυτά τα μέρη είναι των Ελλήνων και μια μέρα θα ’ρθουν να τα πάρουν.

Με ένα άρθρο, που δημοσιεύτηκε παλαιότερα στην έγκυρη εφημερίδα SABAH, από τον Engin Ardic, γνωστό συγγραφέα και δημοσιογράφο στην Τουρκία στηλιτεύεται ο Τουρκικός τρόπος εορτασμού της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαίου.

Στο εν λόγω άρθρο ο συγγραφέας παρουσιάζει αλήθειες για τις οποίες το Κεµαλικό καθεστώς εδώ και δεκαετίες προσπαθεί να καταπνίξει.

Αξίζει να παρατεθεί μεταφρασμένο μέρος του κειμένου, από την συγκεκριμένη διεύθυνση της Τουρκικής εφημερίδας Sabah το οποίο έχει ως εξής:

“Πέρασαν 556 χρόνια (δημοσιεύτηκε το 2009 ) και γιορτάζετε (την Άλωση) σαν να ήταν χθες;

Γιατί κάθε χρόνο τέτοια εποχή, µ΄ αυτές τις γιορτές που κάνετε, διακηρύσσετε σε όλο τον κοσµο ότι:«αυτά τα μέρη δεν ήταν δικά µας, ήρθαµε εκ των υστέρων και τα πήραμε µε τη βία».

Γιά ποιό λόγο άραγε φέρνετε στη µνήµη µια υπόθεση έξι αιώνων;

Μήπως στο υποσυνείδητό σας υπάρχει ο φόβος ότι η Πόλη κάποια µέρα θα δοθεί πίσω;

Μην φοβάστε, δεν υπάρχει αυτό που λένε µερικοί ηλήθιοι της Εργκενεκόν περί όρων του 1919.

Μη φοβάστε, τα 9 εκατοµµύρια Ελλήνων δεν μπορούν να πάρουν την πόλη των 17 εκατοµµυρίων, και αν ακόμα την πάρουν δεν μπορούν να την κατοικήσουν.

Κι οι δικοί µας που γιορτάζουν την Άλωση είναι µια χούφτα φανατικοί µόνο που η φωνή τους ακούγεται δύσκολα.

Ακούστε, αν µας πούνε ότι λεηλατούσαμε την Πόλη τρεις µέρες και τρεις νύχτες συνεχώς τι θα απαντήσουμε ;

Θα υπερασπιστούμε τον εαυτό µας στο Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η θα αφήσουμε το θέμα στους ιστορικούς ;

Αντί να περηφανευόμαστε µε τις πόλεις που κατακτήσαμε, ας περηφανευτούμε µε αυτές που ιδρύσαμε, αν υπάρχουν.

Αλλά δεν υπάρχουν.

Όλη η Ανατολή είναι περιοχή µε την βία κατακτημένη… Ακόμα και το όνομα της Ανατολίας δεν είναι αυτό που πιστεύουν (ana=µανά, dolu=γεµάτη) αλλά προέρχεται από την ελληνική λέξη η Ανατολή.

Ακόμα και η ονομασία της Ισταµπούλ δεν είναι όπως µας λέει ο Ebliya Celebi «εκεί όπου υπερτερεί το Ισλάµ» τράβώντας τη λέξη από τα μαλλιά, αλλά προέρχεται από το «εις την Πόλιν».

Εντάξει λοιπόν, αποκτήσαµε µόνιµη εγκατάσταση, τέλος η νοµαδική ζωή και γι’ αυτό ο λαός αγοράζει πέντε – πέντε τα διαµερίσµατα.

Κανείς δεν μπορεί να µας κουνήσει, ηρεμήστε πιά…

Οι χωριάτες µας ας αρκεστούν στο να δολοφονούν την Κωνσταντινούπολη χωρίς όμως πολλές φανφάρες….».

 

Το τουρκικό άρθρο της SABAH

Bugün Atina’da bir “İstanbul’u geri alacağız” mitingi düzenlense… Şehrin surlarının da bir maketi yapılsa ve Ortaçağ zırhlarına bürünmüş savaşçılar o surlara saldırsalar…

“Yunan Battal Gazisi” diyebileceğimiz efsanevi kahramanları “Diyenis Akritas” kılığına girmiş bir herif de bizim Ulubatlı Hasan’ı kolundan tuttuğu gibi aşağı atsa…

Derken beyaz bir atın ütünde İmparator Konstantinos belirse ve yanında Lukas Notaras, Yorghos Frantzis falan kılığına girmiş birtakım heriflerle birlikte şehre temsili olarak girse…

Mukavvadan yapılmış bir Ayasofya’nın da minarelerini sökseler ve tepesine de haçı taksalar…

Tütsüler yakılsa, ilahiler söylense…

Hoşunuza gider miydi?

Gitmezdi. Kıyameti koparırdık, elçimizi geri çekmeye kadar varırdı iş.

Öyleyse siz niçin yapıyorsunuz bunu?

Aradan tam beş yüz elli altı yıl geçmiş, geçen gün almış gibi daha neyi kutluyorsunuz?

Niçin her sene bu zamanda dönüp dönüp bütün dünyaya “burası aslında bizim değildi, sonradan geldik, zorla aldık” mesajını veriyorsunuz?

Neredeyse altı asır önceki meseleyi niçin taze tutuyorsunuz?

Alınan şehrin “bir gün geri verilebileceği” korkusu mu var bilinçaltınızda?

Korkmayın, bir avuç Ergenekoncu ahmağın iddia ettiği gibi “1919 şartları” falan yok ortada…

Korkmayın, dokuz milyon Yunan, on iki milyonluk şehri geri alamaz, alsa da içinde oturamaz.

O rüyayı gören, bir avuç manyaktır.

Bizim burada da İstanbul’un fethi kutlaması yapan bir avuç fanatik ama sesleri gür çıkıyor.

Ya herifler şimdi “üç gün üç gece yağmaladılar” diye tuttururlarsa ne diyeceğiz? Avrupa İnsan Hakları Mahkemesi’nde savunma mı yapacağız, yoksa tarihçilere mi bırakacağız?

Hep “aldığımız” şehirlerle övüneceğimize, “kurduğumuz” şehir varsa onunla övünelim.

Öyle bir şehir yok. Buram buram Anadolu, baştan aşağı “sonradan alma”…

Anadolu ismi bile, sanıldığı gibi “annelerle dolu” demek değil, Rumca “i anatoli” yani “doğu” kelimesinden tornistandır.

İstanbul isminin, Evliya Çelebi’nin esrarlı “leb-i dilber” macununu çekip çekip salladığı gibi “İslam bol” lafından gelmeyip, gene Rumca “stin poli” (stimboli okunur) yani “şehire, şehirde” deyiminden geldiği gibi…

Fakat tamam yahu, yerleştik artık, göçebelik bitti.

Göçebelik bittiği için millet apartman dairelerini beşer beşer alıyor, kimse bizi sürüp çıkaramaz, rahatlayın artık… Köylülerimiz İstanbul’u katletmekle yetinsinler, fazla bağırıp çağırmadan…

https://m.sabah.com.tr/yazarlar/ardic/2009/05/29/hatirlatmayin_sunu_kefereye

https://enromiosini.gr/arthrografia/29-μαίου1453-ένας-τούρκος-γράφει-για-την-άλω/

 

Το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού και η απομυθοποίησή του

 

 

Με λύπη και απορία παρακολουθούμε να μεθοδεύεται ένα πρωτοφανές γεγονός για την παγκόσμια ιστορία [1].

Στο όνομα της “αγάπης” για τους ηλικιωμένους και ευπαθείς, σχεδιάζεται εμβολιασμός όλων των ανθρώπων της οικουμένης, για να εκλείψει από προσώπου γης ο άσπονδος και “αόρατος εχθρός” πού λέγεται κορωνοϊός SARS-Cov2.

Το απαραίτητο νομικό πλαίσιο που θα καταργεί το δικαίωμα ατομικής επιλογής και θα “προασπίζεται” το δικαίωμα-αγαθό της δημόσιας υγείας (νόμος 4675/2020 για την Ελλάδα) [2].

 

Η συνοδός κυβερνητική αυταρχικότητα για να το επιβάλλει.

Η δημιουργία ζήτησης-προσδοκίας για το εμβόλιο (τρομοκρατία-πλύση εγκεφάλου από ΜΜΕ με το δίλημμα εμβόλιο ή κοινωνικός εγκλεισμός-αποκλεισμός).

Η μονομερής χρηματοδότηση για να δημιουργηθεί το εμβόλιο, να ελεγχθεί με κλινικές δοκιμές, να παραχθεί σε τεράστιες ποσότητες και να μεταφερθεί σε κάθε γωνιά του πλανήτη, εις βάρος της έρευνας για την εύρεση και παραγωγή εξειδικευμένων αντι-ιικών φαρμάκων· είναι μερικά από τα βήματα του πρωτοκόλλου που ήδη εκτελείται για να φτάσουμε σε αυτό το γεγονός-ορόσημο.

Επιχειρηματίες, δημοσιογράφοι, κυβερνητικά στελέχη, διεθνείς ΜΚΟ σχεδόν καθημερινά προπαγανδίζουν το εμβόλιο σαν το μαγικό ραβδάκι, που θα επιτρέψει να επανέλθει η ανθρωπότητα στην προ-κορωνοϊού εποχή.

Από την άλλη πλευρά, η επιστημονική κοινότητα (εκτός μιας υπερπροβεβλημένης εμβολιομανούς ελίτ), αντί να στηλιτεύσει αυτή την παραπληροφόρηση, διατηρεί “σιγή ιχθύος” για το τι πραγματικά θα πρέπει να προσδοκά ο κόσμος από το εμβόλιο. Εκτός κάποιων φωτεινών εξαιρέσεων, όπως είναι ο Καθηγητής Δρ. Γιάννης Ιωαννίδης [3].

Στην πραγματικότητα η συγκεκριμένη πανδημία κάθε άλλο παρά δικαιολογεί ένα παγκόσμιο εμβολιασμό.

 

Ας δούμε γιατί:

 

1. Το ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό θνητότητας της νόσου, αλλά και η ηλικιακή του κατανομή, ξεκάθαρα προσδιορίζουν ότι ο εμβολιασμός, όποτε καταστεί εφικτός, θα πρέπει να είναι στοχευμένος.

Το ποσοστό αυτό είναι πλασματικά υπερεκτιμημένο προς το παρόν (~2,5%), αφενός λόγω υπερεκπροσώπησης των σοβαρά ασθενούντων θετικών στον ιό κρουσμάτων [4], αφετέτου λόγω συνυπολογισμού στους θανάτους από κορωνοϊό και των θανάτων των θετικών κρουσμάτων που προήλθαν από άλλο υποκείμενο νόσημα (όχι από αναπνευστικό σύνδρομο SARS) [5].

Πρόσφατες μελέτες που εκτιμούν τον αριθμό των θανόντων σε σχέση με το πραγματικό αριθμό των εκτεθειμένων στον ιό ανθρώπων βάσει ορολογικών δοκιμασιών (τέστ αντισωμάτων) σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή προσδιορίζουν το ποσοστό αυτό να είναι της τάξεως μεγέθους της εποχικής γρίπης (σίγουρα <1 span=”” style=”mso-spacerun: yes;”> αναβάθμιση και αυστηροποίηση των μέτρων προστασίας, νοσοκομειακές δομές αποκλειστικά γιαCovid19).

Δεν θα επαναληφθούν λοιπόν λάθη “τύπου Ιταλίας”, οδηγώντας σε περαιτέρω μείωση του ποσοστού θνητότητας.

Βάσει των παραπάνω, ακόμη κι αν παραχθεί ένα ασφαλές και αποτελεσματικό εμβόλιο (κάτι ιδιαίτερα δύσκολο για την βιολογία των κορωνοϊών) δικαιολογείται να χορηγηθεί μόνο στις ομάδες αυξημένου κινδύνου, όπως συμβαίνει με το εμβόλιο της εποχικής γρίπης.

Εξυπακούεται, ότι δεν δικαιολογείται να δοθεί σε παιδιά -που είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία ασυμπτωματικά- και σε ανθρώπους που εκτέθηκαν και έχουν ανοσία στον ιό (θετικό τέστ αντισωμάτων), αφού ήδη διαθέτουν αυτό που θα τους προσέφερε το εμβόλιο.

2. Η ίωση Covid19, σε αντίθεση με τη γρίπη, πλήττει κυρίως άτομα τρίτης και τέταρτης ηλικίας στα οποία εμφανίζεται το φαινόμενο της ανοσολογικής γήρανσης (immune senescense) [7], δηλαδή μείωση του μεγέθους, της ποιότητας και της διάρκειας της ανοσολογικής απάντησης-προστασίας που μπορεί να δημιουργηθεί μετά από ένα εμβολιασμό.

Με άλλα λόγια, η εμβόλιο-επαγόμενη ενεργητική ανοσία μπορεί να μην είναι ικανή να προφυλάξει τους ηλικιωμένους, που είναι και ο κατεξοχήν “στόχος” του κορωνοϊού, κάτι που θα έπρεπε να θέσει ως προτεραιότητα (αν πραγματικά είναι το ζητούμενο η προστασία των ηλικιωμένων) την εύρεση αντι-ιικής θεραπείας.

3. Συναφές με το παραπάνω είναι, ότι στους ασθενείς που νοσούν σοβαρά, εμφανίζεται οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια μέσω ενός ανοσο-παθολογικού μηχανισμού (“καταιγίδα” παραγωγής φλεγμονωδών κυτοκινών και μείωση της CD4 και CD8 Τ-μεσολαβούμενης ανοσολογικής απόκρισης [8]).

Υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες ότι ένας εμβολιασμός θα ενισχύσει αυτή την ανοσολογική επιπλοκή σε περίπτωση ακόλουθης μόλυνσης από τον ιό και κατ᾿ επέκταση θα επιδεινώσει την κλινική πορεία του ασθενούς.

Κάτι αντίστοιχο παρατηρήθηκε με το εμβόλιο κατά του FeCoV κορωνοϊού που προσβάλλει τις γάτες και προκαλεί περιτονίτιδα [9].

4. Η λογική της εξάλειψης (eradication) μιας μολυσματικής ασθένειας μέσω παγκόσμιου εμβολιασμού, προϋποθέτει αφενός την ύπαρξη ενός πολύ ασφαλούς και πολύ αποτελεσματικού εμβολίου, αφετέρου και το σπουδαιότερο, να μην υπάρχουν στο φυσικό περιβάλλον άλλοι ξενιστές του ιού [10]. Δηλαδή ο άνθρωπος να είναι το μοναδικό είδος που ενδημεί ο ίος.

Κάτι τέτοιο ισχύει και είναι σε εξέλιξη για τον ιό της πολιομυελίτιδας, όμως δεν ισχύει για τον κορωνοϊό, γιατί όλες οι έρευνες συμφωνούν ότι ο ιός προήλθε από τις νυχτερίδες [8].

Άγνωστος και αμφιλεγόμενος παραμένει ο ενδιάμεσος κρίκος (ξενιστής;) που τον μετέφερε από τις σπηλιές των νυχτερίδων στην πόλη της Wuhan.

Σε κάθε περίπτωση, η εξαφάνιση του ιού μέσω παγκόσμιου εμβολιασμού θα ήταν μόνο προσωρινή, δηλαδή μια φοβερή ματαιοπονία και κατασπατάληση πόρων, αφού ανά πάσα στιγμή θα μπορεί να μεταπηδήσει από το φυσικό του καταφύγιο, τις νυχτερίδες ή τον ενδιάμεσο ξενιστή, στον ανθρώπινο πληθυσμό, ικανά μεταλλαγμένος να παρακάμψει την υπάρχουσα ανοσία αγέλης και να ξεκινήσει μια νέα πανδημία.

5. Οι κορωνοϊοί, ως RNA ιοί, γρήγορα μεταλλάσσονται αποκτώντας γενετική και επομένως αντιγονική ποικιλότητα.

Η ποικιλότητα αυτή, ειδικά για τους κορωνοϊούς επιπλέον αυξάνεται μέσω RNA ανασυνδυασμού, λόγω του ιδιαίτερου ασυνεχούς τρόπου μεταγραφής των ιικών RNA. Ήδη για τον SARS-Cov2 έχουν χαρακτηριστεί δύο τύποι, ο S και ο L [11, 12].

Είναι αμφίβολο ένα εμβόλιο να μπορεί να παράξει αφενός ίση κάλυψη για όλα τα στελέχη του ιού που θα προκύψουν, αφετέρου μόνιμη προστασία μέσα στο χρόνο, κάτι που υπογραμμίζει για άλλη μια φορά την σπουδαιότητα-προτεραιότητα να βρεθούν αντι-ιικά φάρμακα κατά του κορωνοϊού.

 

Το πιθανότερο λοιπόν είναι, προϊόντος του χρόνου, ένας παγκόσμιος εμβολιασμός να εξελιχθεί σε τακτικούς παγκόσμιους εμβολιασμούς. Μήπως αυτό είναι και το ζητούμενο;

 

Μήπως ο κορωνοϊός είναι η πολυαναμενόμενη πρόφαση για να εγκαινιαστεί η καθολική μετάβαση σε μια υβριδική ανθρώπινη βιολογία, όπου το ανθρώπινο σώμα θα προστατεύεται, θα ενισχύεται και τελικά θα εξαρτάται από τεχνολογίες-πλατφόρμες (γενετικής μηχανικής, ψηφιακής διασύνδεσης) μέσα από τακτικά εμβόλια-updates.

Γιατί τόση πρεμούρα για ένα εμβόλιο, που όχι μόνο δεν υπόσχεται πολλά, αλλά προκαλεί ανησυχία στην επιστημονική κοινότητα, ειδικά αν παραχθεί βεβιασμένα και εφαρμοστεί μαζικά;

Τελικά οι φαρμακοβιομηχανίες υπηρετούν τον άνθρωπο ή μήπως ισχύει το αντίστροφο; Η πραγματικότητα είναι ότι ~99% των προσβεβλημένων ατόμων από κορωνοϊό επιβιώνει.

Έμφαση (δηλαδή χρηματοδότηση) πρέπει να δοθεί στο πώς στοχευμένα θα υποστηριχθεί το 1% που δεν τα καταφέρνει, μέσα από μια πληθώρα φαρμακευτικών επιλογών (ανοσοτροποποιητές, μονοκλωνικά αντισώματα, αναστολείς RNA πολυμερασών, πρωτεασών κτλ).

Ήδη τα πρώτα αποτελέσματα από το σχήμα υδροξυχλωρικίνης-αζαθρομυκίνης [13] καθώς και από ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που στοχεύει την επιφανειακή γλυκοπρωτεΐνη S του ιού [14] είναι πολύ ενθαρρυντικά.

Φυσικά στα πλαίσια μιας αντι-ιικής στρατηγικής εντάσσεται και η ανάπτυξη ενός ασφαλούς και αποτελεσματικού εμβολίου.

Όμως, όπως αναλύθηκε, δεν ενδείκνυται η βεβιασμένη παραγωγή του (1 χρόνος αντί για τουλάχιστον 6 χρόνια) με τόσα κενά στη γνώση της βιολογίας του κορωνοϊού, πολλώ δε μάλλον η μαζική υποχρεωτική εφαρμογή του.

Συνιστά τραγική επιστημονική έκπτωση (αν όχι παραλογισμό) στην εποχή της Μοριακής Βιολογίας, που στόχο έχει να εφοδιάζει την Ιατρική με εξειδικευμένες (μέχρι και εξατομικευμένες) θεραπείες ελαχιστοποιώντας τις όποιες παρενέργειες, να συζητείται και μόνο η παρέμβαση στο 100% του ανθρώπινου πληθυσμού, για να “προστατευτεί” από μια ίωση τύπου γρίπης το 1%, με ένα ύποπτο φαρμακευτικό ημίμετρο.

Είναι πολύ απλά, η ΛΑΘΟΣ προσέγγιση και πιστοποιείται από το γεγονός ότι τόσα χρόνια δεν έχει πραγματοποιηθεί παγκόσμιος εμβολιασμός για τον ιό της γρίπης, που θα ήταν και πιο εύλογος, γιατί πλήττει όλα τα ηλικιακά στρώματα.

Ο άνθρωπος, ως έλλογο όν με κριτική σκέψη, έχει την ικανότητα να επιλέγει αυτοπροαίρετα ό,τι ωφέλιμο έχει να συστήσει η ιατρική και η βιοτεχνολογία υπέρ της υγείας του, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και τις συνέπειες αυτών των επιλογών, καθώς οι παρεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα είναι σπανίως άμοιρες παρενεργειών.

Τα εμβόλια δεν εξαιρούνται από αυτό τον κανόνα [15]. Η επιλογή κάποιου να μην εμβολιαστεί δεν θέτει σε κίνδυνο την δημόσια υγεία, εφόσον δεν καταργεί το δικαίωμα κάποιου άλλου να λάβει το εμβόλιο και μαζί με αυτό την όποια προστασία του παρέχει.

 

Είναι επομένως αυτονόητο, ότι η τελική απόφαση-ευθύνη για την λήψη ενός εμβολίου ανήκει στον εμβολιαζόμενο, αφού αυτός θα πρέπει να ζήσει και με τις όποιες επιπλοκές προκύψουν.

Καμία εκ των υστἐρων αποζημίωση δεν μπορεί να αποκαταστήσει μη αναστρέψιμες βλάβες στην σωματική και ψυχική υγεία του ανθρώπου.

Κατά συνέπεια είναι καταδικαστέα κάθε υποχρεωτικότητα, που ποινικοποιεί την στάση ενός ανθρώπου να ζει σε σώμα ελεύθερο από ύποπτα εμβόλια, και μετατρέπει τις κοινωνίες από δημοκρατικές σε κοπάδια άβουλων και αναλώσιμων ζώων.

Αντιλαμβάνεται κανείς από όσα αναφέρθηκαν, ότι ο νόμος περί υποχρεωτικού εμβολιασμού [2] και η συναφής προπαγάνδα υπέρ του εμβολίου, με αφορμή την ίωση Covid19, δεν έχουν επιστημονική αφετηρία και αναφορά.

Δεν προασπίζονται, μάλλον υπονομεύουν, το αγαθό της δημόσιας υγείας, και εξυπηρετούν τα τεράστια εμπλεκόμενα οικονομικά συμφέροντα και την σκοτεινή ατζέντα κάποιων “μεγάλων αδελφών” με φίλαρχες ορέξεις.

Σε τελική ανάλυση αντιστρατεύονται την ελευθερία του πνεύματος και του σώματος του ανθρώπου. Ως εκ τούτου θα πρέπει να αναιρεθούν σε επιστημονικό, νομικό και κυρίως πνευματικό επίπεδο.

Το κλίμα στο οποίο αναπτύσσονται και εδραιώνονται αυτές οι μεθοδεύσεις είναι ο φόβος. Τα Μέσα Μαζικού Εκφοβισμού επιμελώς δημιουργούν και συντηρούν αυτό το κλίμα.

Ο φόβος είναι μια πανίσχυρη εσωτερική δύναμη του ανθρώπου, μπορεί να παραλύσει τη βούλησή του, μπορεί και να την ατσαλώσει. Το ζητούμενο είναι σε ποιά κατεύθυνση θα την στρέψει.

Αν την στρέψει στον Θεό, τον μόνον άξιο φόβου (Λουκ. ιβ΄ 4,5), τότε θα λάβει πίσω φωτισμό, σθένος και θάρρος κατά τό “θαρσεῖτε ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον” (Ιωαν. ιστ΄ 33).

Αν παραμείνει εστιασμένη σε φοβίες του αιώνος τούτου, θα λάβει πίσω περισσότερη αγωνία, σύγχυση και δειλία κατά το “ἐκεῖ ἐδειλίασαν φόβῳ, οὗ οὐκ ἦν φόβος” (Ψαλ. ιγ΄ 5).

Δεν είναι τυχαία η επιδιωκόμενη αποϊεροποίηση του Μυστηρίου της Θείας Κοινωνίας. Επιχειρεί να αποσπάσει και να υποκλέψει φόβο για να στηριχθεί ο μύθος του εμβολίου, όπως διαχρονικά συμβαίνει με όλες τις μυθοπλασίες που στερούνται λογικών ερεισμάτων.

Κάθε φορά που γίνεται λόγος για σάλιο, κουταλάκια και τα συναφή, από όσους έχουν στοχοποιήσει την Θεία Κοινωνία, μου έρχεται στο μυαλό το θαύμα του εκ γενετής τυφλού (Ιωαν. θ΄). Τότε ο Κύριος με μια κίνηση “υγειονομικά απαράδεκτη” ομμάτωσε τον τυφλό!

Ανέμειξε το σάλιο Του (που είναι μέσο διάδοσης ιών και βακτηρίων) με χώμα (που είναι πηγή εκατομμυρίων μικροβίων) και «ἐπέχρισε» τον πηλό στα μάτια του τυφλού (βλεννογόνοι επιπεφυκότα: σημείο εισόδου μικροβίων και έναρξης μόλυνσης).

Το τί ακολούθησε το γνωρίζουμε, όπως γνωρίζουμε ότι καμία επιστήμη δεν πρόκειται να το αναπαράξει.

Απλά αν γινόταν σήμερα, εκτός από τους τότε φαρισαίους, στους κατήγορους του Ιησού θα ήταν και κάποιοι στενοκέφαλοι λοιμωξιολόγοι.

Εύχομαι από καρδίας, ο Θεός να τους αξιώσει να βιώσουν του Μυστηρίου την Δύναμιν.

Ο Κύριος είναι εκεί και τους προσκαλεί. Ποτέ δεν θα τους υποχρεώσει…

 

Παύλος μοναχός αγιορείτης,
Βιολόγος, MD Μοριακής Βιολογίας και Βιοϊατρικής, Βουλευτήρια Αγίου Όρους.

 

Παραπομπές:

1. https://www.gatesfoundation.org/TheOptimist/Articles/coronavirus-vaccine-development-gavi
2. https://www.e-nomothesia.gr/kat-ygeia/nomos-4675-2020-phek-54a-11-3-2020.html?q=4675
3. https://www.youtube.com/watch?v=cwPqmLoZA4s
4. https://www.bmj.com/content/368/bmj.m1113.long
5. https://www.youtube.com/watch?v=c4BGMn3Xg2Y&feature=emb_logo
6. https://www.medrxiv.org/content/10.1101/2020.04.14.20062463v2
7. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC2265901/
8. https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S205229752030024X
9. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/16322745
10. https://en.wikipedia.org/wiki/Eradication_of_infectious_diseases
11. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC7108124
12. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC7108196
13. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC7102549
14. https://www.nature.com/articles/s41467-020-16256-y

 

Καθηγητής Ιωάννης Ιωαννίδης: «Οι προβλέψεις των μαθηματικών μοντέλων για τον SARS-CoV-2 (COVID-19) διαψεύστηκαν»

 

Ο καθηγητής Ιατρικής, Επιδημιολογίας και Πρόληψης Νοσημάτων του Πανεπιστημίου Στάνφορντ ισχυρίζεται πως δεν είπε ποτέ ότι ήταν αντίθετος στο lockdown και επιμένει ότι «η λέξη “φιάσκο” για την κακή ποιότητα των αρχικών δεδομένων αποδείχτηκε ορθή»

 

 

Ο καθηγητής Ιατρικής, Επιδημιολογίας και Πρόληψης Νοσημάτων του Πανεπιστημίου Στάνφορντ Ιωάννης Ιωαννίδης δεν χρειάζεται συστάσεις. Χάρη στο επί δεκαετίες άριστο έργο του πέτυχε να βρίσκεται μέσα στους δέκα επιδραστικότερους επιστήμονες του πλανήτη (όπως τεκμαίρεται από τον αριθμό των αναφορών που κάνουν τώρα στο έργο του οι συνάδελφοί του). Δηλαδή, τα λόγια και τα γραπτά του όχι μόνο δεν περνούν απαρατήρητα, αλλά είναι και ιδιαίτερης βαρύτητας. Πολύ περισσότερο δε σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που διανύει η ανθρωπότητα από τις αρχές του έτους εξαιτίας του SARS-CoV-2.

 

Μόνο που αυτή τη φορά ο κ. Ιωαννίδης φάνηκε να απογοητεύει πολλούς συναδέλφους του και να εξάπτει πρωτόγνωρα πάθη (κυρίως στα κοινωνικά δίκτυα) όταν χρησιμοποίησε τη λέξη «φιάσκο» στον τίτλο άρθρου του, με το οποίο υποστήριζε ότι τα στοιχεία που υπήρχαν για τον ιό, όταν ελήφθησαν τα δρακόντεια μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, ήταν αναξιόπιστα. Το άρθρο συνέπεσε χρονικά με την έξαρση της επιδημίας στη Βόρεια Ιταλία, γεγονός που έκανε πολλούς να διερωτηθούν αν η επιμονή του έλληνα επιστήμονα στους αριθμούς τον καθιστούσε τυφλό στη σκληρή πραγματικότητα. Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν μελέτη, την οποία συνυπέγραφε και αφορούσε την αναζήτηση αντισωμάτων σε κατοίκους της Σάντα Κλάρα στην Καλιφόρνια, επικρίθηκε μεθοδολογικά από ορισμένους συναδέλφους του. Η ερευνητική ομάδα έλαβε υπ’ όψιν τα σχόλια απαντώντας στις κριτικές. Και το κερασάκι στην τούρτα: αμερικανική σκανδαλοθηρική ιστοσελίδα κατηγόρησε την ερευνητική ομάδα για χρηματοδότηση από ιδιοκτήτη αερογραμμών, τα συμφέροντα του οποίου εξυπηρετούνταν από τα συμπεράσματα της μελέτης, σύμφωνα με τα οποία η μόλυνση από τον ιό είναι περισσότερο διαδεδομένη από αυτό που πιστεύεται και ως εκ τούτου η θνητότητά του πολύ μικρότερη. «Το Βήμα» μίλησε με τον έλληνα καθηγητή αναζητώντας απαντήσεις.

 

«Κατ’ αρχάς θα ήθελα να τονίσω ότι ποτέ δεν είπα ότι ήμουν αντίθετος στο lockdown. Το αντίθετο μάλιστα! Ταυτόχρονα όμως υποστήριξα ότι την ώρα ακριβώς που θα κλείσουμε την πόρτα πίσω μας για να προστατευτούμε από τον ιό, θα πρέπει ταχύτατα να συλλέξουμε δεδομένα για να μπορούμε να προβούμε σε ασφαλείς εκτιμήσεις ώστε να μην πορευόμαστε στα τυφλά» μας είπε ο έλληνας καθηγητής και συνέχισε: «Η λέξη “φιάσκο” για την κακή ποιότητα των αρχικών δεδομένων αποδείχτηκε ορθή. Με βάση τις πρώτες προβλέψεις, περιμέναμε 50 εκατομμύρια νεκρούς, όσους στην πανδημία ισπανικής γρίπης. Εχουμε περί τις 330 χιλιάδες θανάτους ως σήμερα με μέση ηλικία 80 ετών, σχεδόν όλους με υποκείμενα νοσήματα. Συγκρίνετε με τα 50 εκατομμύρια νεκρών της ισπανικής γρίπης μέσης ηλικίας 28 ετών ή τα 10 εκατομμύρια νεκρών από κάπνισμα κάθε χρόνο. Ευτυχώς, δηλαδή, οι προβλέψεις διαψεύστηκαν, όπως συμβαίνει συχνά με μαθηματικά μοντέλα».

 

Μα τα μαθηματικά μοντέλα δεν είναι το κατάλληλο εργαλείο για να προβλέψει κανείς την εξέλιξη μιας επιδημίας; «Λατρεύω τα μαθηματικά μοντέλα, αλλά έχουν τεράστιες πιθανότητες λάθους όταν εξετάζουν την πολυπαραγοντική δυναμική εξάπλωσης λοιμωδών νοσημάτων. Τα επιδημικά κύματα του κορωνοϊού δεν ακολουθούν εκθετική συνάρτηση. Οπως έχει καταδείξει ο νομπελίστας συνάδελφος στο Στάνφορντ, Michael Levitt, ακολουθούν σιγμοειδή συνάρτηση Gompertz, εμφανίζοντας πρώτα απότομη αύξηση, η οποία στη συνέχεια καταλήγει σε πλατό. Η διαφορά που μπορεί να προκύψει από τη μια ή την άλλη συνάρτηση είναι τεράστια».

Πού αποδίδει λοιπόν τα φαινόμενα της Ιταλίας; «Αυτή τη στιγμή όλοι προσπαθούν να καταλάβουν πού οφείλεται το γεγονός ότι το τόξο των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης χτυπήθηκε τόσο πολύ από τον ιό. Προφανώς η πυκνότητα του πληθυσμού και οι αερομεταφορές έπαιξαν έναν μεγάλο ρόλο. Σύμφωνα με την αποτίμηση που δημοσιεύσαμε στο “JAMA Internal Medicine”
(https://jamanetwork.com/journals/jamainternalmedicine/fullarticle/2764369), η περιοχή της Βόρειας Ιταλίας, η οποία δέχτηκε το μεγαλύτερο πλήγμα, είναι μια περιοχή όπου τα νοσοκομεία έχουν σχεδόν πάντα πληρότητα τον χειμώνα και μεγάλο ποσοστό γηρασμένου πληθυσμού σε γηροκομεία. Τόσο στην Ιταλία όσο και σε άλλες χώρες τα νοσοκομεία και τα γηροκομεία αποτέλεσαν τις εστίες μεγάλων μολύνσεων» είπε ο κ. Ιωαννίδης και πρόσθεσε: «Ετσι όπως αναδύεται η παγκόσμια εικόνα, όταν ο ιός βρίσκεται σε περιβάλλον όπου ευνοείται ο συγχρωτισμός (γηροκομεία, νοσοκομεία, φυλακές, προσφυγικές δομές, καταφύγια αστέγων, γήπεδα) κάνει θραύση. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε. Εκεί πρέπει να ληφθούν δρακόντεια μέτρα υγιεινής. Αν διασώσουμε αυτά τα πεδία μάχης, όπου ο ιός έχει σαφές πλεονέκτημα, θα έχουμε κερδίσει το 90% του πολέμου. Οσο για το υπόλοιπο 10%, όποιος σας πει ότι έχει την τέλεια λύση θα λέει ψέματα!».

 

Ναι, αλλά κάτι δεν πρέπει να γίνει και για αυτό το 10%; «Η επιδημιολογική επιτήρηση θα πρέπει να είναι συνεχής, λαμβάνοντας αντιπροσωπευτικά του πληθυσμού δείγματα ώστε να εντοπίζονται γρήγορα αναζωπυρώσεις. Αλλά τώρα που γνωρίζουμε ότι ο ιός δεν σκοτώνει νέους, ενώ αντίθετα η οικονομική καθίζηση και η ανεργία που αυτή συνεπάγεται μας σκοτώνουν όλους, νέους και ηλικιωμένους (μελέτη μας έδειξε ότι για κάθε χρόνο οικονομικής κρίσης η Ελλάδα έχανε 3.000 ανθρώπους επιπλέον [https://www.thelancet.com/journals/lanpub/article/PIIS2468-2667(16)30018-4/fulltext]), θα πρέπει να κάνουμε την καλύτερη δυνατή επιστήμη για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις οικονομικές συνέπειες του lockdown, προστατεύοντας παράλληλα τις ευάλωτες ομάδες».

«Ποτέ δεν έχω κάνει έρευνα κατά παραγγελία ιδιώτη ή εταιρεία»

 

Απαντώντας στις περί χρηματισμού κατηγορίες, ο κ. Ιωαννίδης ήταν κατηγορηματικός: «Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω κάνει έρευνα κατά παραγγελία ενός ιδιώτη ή μιας εταιρείας. Η έρευνά μας στη Σάντα Κλάρα, για την οποία εργάστηκαν πάνω από 100 άτομα, χρηματοδοτήθηκε από το Στάνφορντ. Θα γνωρίζετε ίσως ότι το ίδιο το Στάνφορντ ιδρύθηκε χάρη σε δωρεά της ομώνυμης οικογένειας. Το Γραφείο Ανάπτυξης του Στάνφορντ δέχεται δωρεές από πολίτες ή εταιρείες που θέλουν να συμβάλουν στην έρευνα. Οι δωρεές στη συγκεκριμένη περίπτωση διατηρήθηκαν από το πανεπιστήμιο ανώνυμες. Το όλο θέμα προέκυψε όταν μια σκανδαλοθηρική ιστοσελίδα, η οποία ειδικεύεται σε δολοφονίες χαρακτήρων, “ανακάλυψε” ότι ένας ιδιοκτήτης αερογραμμών είχε συνεισφέρει 5.000 δολάρια (ποσό εξαιρετικά χαμηλότερο του κόστους της έρευνας) στο Γραφείο Ανάπτυξης του πανεπιστημίου. Ειδικά για ό,τι έχω κάνει μέχρι σήμερα σε έρευνα που αφορά τον κορωνοϊό, προσωπικά, δεν έχω δεχτεί να λάβω ούτε ένα δολάριο. Ο ρόλος του επιστήμονα είναι να κάνει την καλύτερη έρευνα που μπορεί και να δημοσιεύει αμερόληπτα αποτελέσματα, ανεξάρτητα αν αρέσουν ή δεν αρέσουν σε κάποιους. Τα αποτελέσματα της μελέτης της Σάντα Κλάρα έχουν πλέον επιβεβαιωθεί από πολλές άλλες μελέτες

 

Πηγή: https://www.medrxiv.org/content/10.1101/2020.05.13.20101253v1

Πηγή: https://www.tovima.gr/2020/05/26/science/ioannis-ioannidis-oi-provlepseis-ton-mathimatikon-montelon-diapseystikan/amp/

 

Η Θεία Ευχαριστία δεν μεταδίδει μολυσματικές ασθένειες

 

Δέκα χρόνια Θείας Κοινωνίας μαζί με τους λεπρούς. Ο παπάς της “Σπιναλόγκα”.

 

Σε αντίθεση με αυτούς που απιστούν στο θαύμα τής Θείας Ευχαριστίας, η οποία δεν μεταδίδει ιούς και ασθένειες, εμείς οι πιστοί έχουμε να αντιτάξουμε αντί για υποθέσεις, αληθινά γεγονότα! Ένα τέτοιο γεγονός είναι ο επί 10 χρόνια Ιερέας τών λεπρών τής Σπιναλόγκα, που αν και κοινωνούσε μαζί τους από το ίδιο ποτήρι, ουδέποτε κόλλησε λέπρα.

Έγινε πολύς λόγος για το νησί της Σπιναλόγκα, με αφορμή το ομώνυμο βιβλίο με τίτλο «Το νησί», της Αγγλίδας Victoria Hislop.

Ένα από τα ιστορικά στοιχεία που πληροφορούμαστε είναι ότι οι χανσενικοί που κατοικούσαν στη Σπιναλόγκα ήταν οργισμένοι με τον Θεό, για το λόγο ότι η ασθένειά τους ήταν μια μεγάλη και αφόρητη δοκιμασία. Ένας Γεραπετρίτης παπάς τόλμησε να τους επισκεφθεί κάποτε και να λειτουργήσει στον Άγιο Παντελεήμονα, που υπήρχε και ρήμαζε στο νησί, συντροφιά με τους νέους του κατοίκους. Λένε πως στην πρώτη Λειτουργία δεν πάτησε ψυχή.

Οι λεπροί άκουγαν πεισμωμένοι από τα κελιά τους την ψαλμωδία, κι άλλοτε την σκέπαζαν με τα βογκητά τους κι άλλοτε με τις κατάρες τους. Ο ιερέας όμως ξαναπήγε. Στην δεύτερη τούτη επίσκεψη ένας από τους ασθενείς πρόβαλε θαρρετά στο κατώφλι του ναού.

 

– Παπά, θα κάτσω στην Λειτουργία σου μ’ έναν όρο όμως. Στο τέλος θα με κοινωνήσεις. Κι αν ο Θεός σου είναι τόσο παντοδύναμος, εσύ μετά θα κάμεις την κατάλυση και δεν θα φοβηθείς τη λέπρα μου.

Ο ιερέας έγνευσε συγκαταβατικά. Στα κοντινά κελιά ακούστηκε η κουβέντα κι άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι στο πλάι του ναού, εκεί που ήταν ένα μικρό χάλασμα, με λιγοστή θέα στο ιερό. Παραμόνευσαν οι χανσενικοί στο τέλος της Λειτουργίας κι είδαν τον παπά δακρυσμένο και γονατιστό στην Ιερή Πρόθεση να κάνει την κατάλυση.

Πέρασε μήνας. Οι χανσενικοί τον περίμεναν. Πίστευαν πως θά ‘ρθει τούτη τη φορά ως ασθενής κι όχι ως ιερέας. Όμως ο παπάς επέστρεψε υγιής και ροδαλός κι άρχισε με ηθικό αναπτερωμένο να χτυπά την καμπάνα του παλιού ναΐσκου. Έκτοτε και για δέκα τουλάχιστον χρόνια η Σπιναλόγκα είχε τον ιερέα της. Οι χανσενικοί αναστύλωσαν μόνοι τους της εκκλησία και συνάμα αναστύλωσαν και την πίστη τους. Κοινωνούσαν τακτικά και πάντα κρυφοκοίταζαν τον παπά τους την ώρα της κατάλυσης, για να βεβαιωθούν πως το “θαύμα της Σπιναλόγκα” συνέβαινε ξανά και ξανά.

 

Το 1957, με την ανακάλυψη των αντιβιοτικών και την ίαση των λεπρών, το λεπροκομείο έκλεισε και το νησί ερημώθηκε. Μόνο ο ιερέας έμεινε στο νησί ως το 1962, για να μνημονεύει τους λεπρούς μέχρι 5 χρόνια μετά το θάνατό τους. Ιδού, λοιπόν, ένας σύγχρονος αθόρυβος ήρωας, που δεν τιμήθηκε για το έργο του από κανέναν!

Ο πατήρ Χρύσανθος, κατά κόσμον Ματθαίος Κατσουλογιαννάκης, γεννήθηκε στα Έξω Μουλιανά της Επαρχίας Σητείας στις 15 Ιουλίου 1893. Παρακολούθησε μαθήματα της έκτης τάξης του δημοτικού σχολείου χωρίς να πάρει απολυτήριο. Ο επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Αμβρόσιος τον έκρινε μοναχό το 1911 και τον τοποθέτησε στη Μονή Τοπλού. Στις 20 Ιανουαρίου τον χειροτόνησε ιεροδιάκονο και στις 26 Σεπτεμβρίου 1920 ιερομόναχο. Το 1941, έπειτα από αίτησή του, ο επίσκοπός του Φιλόθεος Μαζοκοπάκης τον μετέθεσε στην Μονή Φανερωμένης Ιεράπετρας. Εξεδήμησε εις Κύριον στις 3 Απριλίου 1972 και ενταφιάσθηκε στη Μονή Τοπλού.

 

Πηγή: http://istologio.org/?p=9070