Χριστός Ανέστη – Αληθώς Ανέστη!


Φώτη Κόντογλου

Ἡ ’Ορθόδοξη Ἐκκλησία μας θὲσπισε νὰ πανηγυρίζουμε τὴν Ἁνάσταση τοῦ Χριστοῦ τώρα π’ ἀνθίζουνε τὰ βουνὰ καὶ ξανανιώνει ἡ πλάση, σὰ σύμβολο τῆς αἰωνίας χαρᾶς μὲ τὴν ὁποία ἀγάλλεται ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστιανοῡ ὕστερα ἀπὸ τὸ χειμῶνα τῆς ἁμαρτίας.

Ὄπως τὰ ξερὰ κλωνάρια παίρνουνε ἄξαφνα ζωή, κ’ οἱ πέτρες ἀνθίζουνε, καὶ τὰ πεταλούδια πετοῦνε χαρούμενα, μ’ ἕνα λόγο, ὅπως φανερώνεται παράξενα  ζωὴ καὶ  χαρὰ ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια, ἕτσι κ’  ψυχή μας σὰν νὰ ἀνασταίνεται μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ σὰν ν’ ἀνεβαίνη ἀπὸ τὸν τάφο καὶ νὰ βγαίνη στὸ φῶς καὶ στὸν ἀγὲρα.

Τούτη τὴ θεϊκὴ ἀγαλλίαση ἡ Ὁρθόδοξη ’Εκκλησία μας τὴ διατρανώνει μὲ ἐξαίσια ὑμνολογήματα πού τα γεμίζουνε τά μάτια ἀπό δάκρυα, μ’ ἔνα πάθος γιά την ἀγάπη.

Ὁ τάφος τοῦ Κυρίου εἶναι  μυστηριώδης πύλη, μὲσα ἀπὸ τὴν ὁποία φυσᾶ τὸ ζωογόνο ἀγὲρι, ποὺ δίνει τὴν μακαριότητα σὲ κάθε πλάσμα «ὡς ζωηφόρος, ὡς Παραδείσου ὡραιότερος ὄντως καὶ παστάδος πάσης βασιλικῆς, ἀναδέδεικται λαμπρότερος, Χριστέ, ὁ τάφος σου, ἡ πηγὴ τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως».ΑὯ λύρα χρυσόχορδη, κληρονομιὰ ἀτίμητη ποὺ σὲ πῆρε ὁ Δαμασκηνὸς ἀπὸ τὸν προφητάνακτα! Μὲ τοὺς βαθειούς σου ἤχους συγκλονίζεις τὴν κάθε καρδιά, ἐκτὸς μονάχα κάποιες πού εἷναι ἀπὸ πέτρα νεκρή! Μυστικὰ νήματα δένουνε τῂν ψυχῄ μας με τήν πλαση, μέ τόν ἤλιο, με τό φεγγαρι, με τά βουνα, με τά δέντρα, μέ τή θαλασσια, ἴσαμε τό σκαθαρι κ’ ἴσαμε τήν ξεχασμένη πέτρα πού μισοσκεπάζει σα μάνα πονετικιά κάποιο ἀγριολούλουδο ταπεινό. Μέ σάλπιγγα ἠχερή φωνάζει ὁ Δαυιΐδ ἀπό τά οὐράνια: «Ἀλαλάξατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆῖ Ψάλατε δὴ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ! Εἴπατε τῷ Θεῷ: Ὡς φοβερὰ τὰ ἔργα σου».

Κι’ ἀπαντᾶ μὲ μεγαλοπρὲπεια ἡ παθητικὴ ναῦλα τοῦ Δαμασκηνοῦ: «Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, οὐκ ἐκ πὲτρας ἀγόνου τερατουργούμενον, ἀλλ’ ἀφθαρσίας πηγήν, ἐκ τάφου ὀμβρήσαντος Χριστοῦ, ἐν  στερεούμεθα».

Ἀπὸ πάνω μας ὁ αἰθὲρας φεγγοβολᾶ. Ἁντιφεγγίσματα μυστικὰ ἀναταράζουνε τὰ ἔγκατά μας, ρίχνοντάς μας σὲ ἕναν ἐνθουσιασμὸ ποῦναι ἀνακατεμένος μὲ πραότητα. ‘Όμοιος μ’ ἀστραπὴ περνᾶ μπροστὰ ἀπὸ τὰ κατάπληκτα μάτια μας «ὁ φαεσφόρος Ἄγγελος» ποὺ φανερώθηκε στὸν Ἁββακούμ, κράζοντάς του «διαπρυσίως»: Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ, ὅτι ἠγέρθη Χριστὸς ὡς παντοδύναμος.

Ἀλλὰ ποιός νὰ μιλήση γιὰ τὴ γλυκύτητα πού ἕχει τοῦτος ὁ θεῖος εἱρμός: «’Ορθρίσωμεν ὄρθρου βαθὲως καὶ ἀντὶ μύρου τὸν ὕμνον προσοίσωμεν τῷ Δεσπότῃ. Καὶ Χριστὸν ὀψόμεθα, δικαιοσύνης ἥλιον, πᾶσι ζωὴν ἀνατέλλοντα».

Καί πάλι, τί θρίαμβος πολύηχος καί τηλαυγέστατος εἶναι αὐτὸς ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ στιχηρὰ κι’ ἀπὸ τὸ ἐξαίσιο Δοξαστικό, ὄχι θρίαμβος καταπάνω σὲ νικημένους ὀχτρούς, ἁλλὰ ὕμνος θριαμβικὸς γιὰ τὴ νίκη τῆς ἀγάπης καὶ παρόρμημα ἀδερφικὸ νὰ ὰγκαλιαστοῦμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μπροστὰ στὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ:

«Ἀναστάσεως ἡμέρα καὶ λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει, καὶ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα. Εἴπωμεν ἀδελφοὶ καὶ τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς, συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἁναστάσει. Καὶ οὕτω βοήσωμεν Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.