Η πραγματικότητα που ζούμε είναι καταπιεστική, πέρα από τα όρια, δηλαδή ζούμε μια ανελεύθερη κατάσταση, ο καθένας από ιδιαίτερες προσωπικές του συνθήκες που τον καταπιέζουν, αλλά και ιδιαίτερα από τίς δυσερμήνευτες καταστάσεις πού βιώνουμε όλοι μας.
Ο φόβος από τις συνέπειες της παρουσίας του κορωνοϊού, ο πόνος από τις ειδήσεις για ασθένεια και θανάτους τόσων ανθρώπων, όταν μάλιστα πρόκειται περί γνωστών και δικών μας προσώπων.
Τα μέτρα που λαμβάνει η πολιτεία στο όνομα της προστασίας του συνόλου των πολιτών, του συστήματος υγείας, του καθ ενός μας προσωπικά, εύλογα και αναγκαία, αλλά χωρίς αμφιβολία περιορίζουν την ελευθερία κινήσεως, δραστηριοτήτων, εκδηλώσεως συναισθημάτων, συμμετοχής στην κοινή λατρεία και πλείστων άλλων ανελευθεριών και αρνητικών συνεπειών π.χ. καταθλίψεων, οικονομικών προβλημάτων κ.ά.
Η μη δυνατότητα πρόσβασης σε όλες τις ευκαιρίες-δυνατότητες, γεγονότα είτε από τον πολιτειακό νόμο, είτε εκ λόγου οικονομικών, είτε εκ προσωπικών αδυναμιών.

Είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις, οι λειτουργίες τού τούτου κόσμου, οι όποιες ανώτερες δυνάμεις και καθοιονδήποτε τρόπο εκφρασμένες, που μας συνθλίβουν και περιορίζουν ή τουλάχιστον αισθανόμεθα ότι μας περιορίζουν, ότι μας στερούν την ελευθερία μας.
Επομένως είναι πάντοτε επίκαιρο τό θέμα τής ελευθερίας, αλλά ιδιαίτερα σήμερα περισσότερο από όποια άλλη εποχή.

Είναι τόσες πολλές αυτές οι ανώτερες δυνάμεις καί τόσο συντριπτικές όλες τους καί δέν χρειάζεται ιδιαίτερη ικανότητα γιά νά τίς ψάξουμε, μάς βρίσκουν μόνες τους.Υπάρχουν πολλοί πού μάς συντρίβουν. Καί μέσα μας ακόμη υπάρχουν ανώτερες δυνάμεις, γιά παράδειγμα τό ασυνείδητο πού μάς τσακίζει. Η Εκκλησία μας μάς διδάσκει καί μάς βεβαιώνει ότι ο Θεός είναι πανελεύθερος καί ο άνθρωπος επλάσθη κατ εικόνα Θεού, μέ τήν δυνατότητα νά φθάση στό καθ ομοίωσιν καί μέ τό καθ ομοίωσιν νά λειτουργήσει τό αυτεξούσιον, νά είναι κι αυτός ελεύθερος.

Ο Θεός πού είναι η Αγάπη δημιούργησε τόν κόσμο ολόκληρο από ελευθερία καί αγάπη καί ιδιαιτέρως τόν άνθρωπο «κατ εικόνα καί καθ ομοίωσιν» καί ναί μέν είναι μηδαμινός μπροστά στό Θεό ο άνθρωπος, αλλά αυτός ο μηδαμινός υπάρχει, είναι πραγματικός καί είναι, καί πλασμένος νά είναι ο φίλος ο διπλανός τού Θεού, ο δεύτερος καί προορισμένος νά γίνει άγιος μέ τή Χάρη τού Θεού καί τήν προσωπική του επιλογή. Ο Προφήτης Ησαΐας λέει, ότι ο Θεός έχει δημιουργήσει τόν άνθρωπο νά είναι ο δεύτερος, δηλαδή ο Θεός καί ο άνθρωπος.

Αυτή η ελευθερία, ως δυνατότητα εκλογής τού «δεύτερου», είναι η ουσιαστική πλευρά τής ελευθερίας, καί δέν καταργείται ποτέ. Εάν νομίζουμε ότι οι Άγιοι, στήν ιστορική τους ζωή, δέν μπορούν νά αμαρτήσουν καί νά αποσπασθούν από τόν Θεό, τότε δέν καταλαβαίνουμε ούτε τούς Αγίους, ούτε τόν Θεό. Καί στήν αιώνια ζωή τους δέν καταργείται η ελευθερία τους, αλλ ενώνεται αυτοπροαίρετα μέ τή Θεία ελευθερία πού είναι καί Αγάπη. Εξ αντιθέτου, καταλαβαίνουμε πόσο επειράζοντο οι Άγιοι, ακριβώς γιά νά δοκιμαστεί η ελευθερία τους έναντι τού εαυτού τους: πόσο θέλουν τόν Θεό ή όχι;

Η ελευθερία αυτή είναι κατ αρχήν θετική, έχει βεβαίως τό στοιχείο τής εκλογής, τή δυνατότητα τής εκλογής -καί ποτέ δέν αίρεται αυτή- ως πλήρης, ως πραγματική ελευθερία, πρέπει νά είναι πλήρωμα, πρέπει νά είναι ζωή, αγάπη μ άλλα λόγια.
Η αγάπη δέν καταργεί τήν ελευθερία, τουναντίον τήν οικοδομεί, τήν ολοκληρώνει, τήν πληρώνει, τήν γεμίζει. Καί σ αυτά τά οριακά επίπεδα, σ αυτές τίς διαστάσεις μπορεί κανείς νά καταλάβει γιατί είναι τόσο σπουδαία η ανθρώπινη ελευθερία.
Ο Θεός είναι ένα πρόσωπο δρών, θελητικό, είναι παρών σέ κάθε φάση τής ανθρώπινης ιστορίας καί προνοεί γιά τά πάντα «καλώς λίαν».
Ο Θεός είναι αυτεξούσιος, θελητικός, πανελεύθερος, πανταχού παρών, χωρίς αρχή καί τέλος, αιώνιος, δρών-δημιουργικός-προνοητικός καί ως λέγουν οι Πατέρες, δημιουργεί καί τόν άνθρωπο κατεικόνα Του.

Ο άνθρωπος αποτελεί κι αυτός πρόσωπο τό οποίο είναι ζωντανό, έχει ύπαρξη προσωπική -τό πρόσωπο έχει μοναδικότητα- συνεπώς είναι ένα όν θελητικό -θέλει- καί τελικά ένα όν το οποίο είναι καί ενεργητικό, ένα όν τό όποίο ενεργεί, δημιουργεί, δρά, είναι αυτεξούσιον.
Η αυθεντικότερη διατύπωση τής έννοιας τής εικόνας τού Θεού στόν άνθρωπο είναι η έννοια τού αρχέγονου χαρίσματος τού αυτεξουσίου. Η εικόνα τού Θεού στόν άνθρωπο, λένε οι πατέρες, είναι τό αυτεξούσιο. Όπως ο Θεός θέλει καί ενεργεί παντελώς αδέσμευτος, έτσι ακριβώς καί ο άνθρωπος πλασθείς κατ εικόνα καί καθ ομοίωσιν, επλάσθη μέ τήν δυνατότητα νά είναι ελεύθερος, νά ενεργεί καί νά δρά καί νά θέλει, παντελώς ελεύθερος.

Η ελευθερία τού Θεού δέν είναι μιά ελευθερία ατομική επομένως καί η ελευθερία τού ανθρώπου δέν είναι μιά ελευθερία ατομική. Η ελευθερία τού Θεού πρός τά έσω είναι μία ελευθερία η οποία εκφράζεται ως σχέση-αγάπης, ως σχέση μέ τό νά υπάρχει ως μία αιώνια κοινωνία σχέσης-αγάπης, μέσα σέ τρία πρόσωπα.
Πατήρ, Υιός καί Άγιον Πνεύμα. Είναι ο Πατήρ, ο οποίος είναι Πατήρ επειδή έχει Υιό καί τό Πνεύμα, τό οποίο είναι τό Πνεύμα τού Πατρός τό εν Υιώ αναπαυόμενον.
Η ελευθερία τού Θεού καί έξω Του πάλι ενεργείται ως σχέση. Ότι ο Θεός όταν εξέρχεται έξω Του, δέν επέρχεται συντρίβοντας τόν κόσμο. Αλλά δημιουργικά-προνοιακά-αγαπητικά πρός τήν ύπαρξη τού κόσμου, γιά νά φανερώσει τήν ύπαρξή Του στόν κόσμο, γίνεται αυτό πού δύναται ο κόσμος νά κατανοήσει δηλαδή ότι η έξοδος τού Θεού είναι σχέση ενέργειας, στήν δυνατότητα τού κόσμου καί τού ανθρώπου, απόλυτα ευεργετική.

Ο Θεός εξερχόμενος δέν πέφτει ως ένα υπέρτατο όν πάνω στόν κόσμο καί τόν άνθρωπο, αλλά φανερώνει τόν Εαυτό Του καί κυρίως ανάλογα μέ όλα αυτά τά οποία είναι κατανοητά στόν καθένα ξεχωριστά.
Μεταβάλλεται σέ πρόνοια τροφής, πρόνοια γάμου κοινωνίας, μεταβάλλεται σέ θεραπεία, σέ αγιασμό, μεταβάλλεται μέ μιά αναλογία σχέσης. Η κίνησις τού Θεού πρός τά έξω είναι μία αναλογία σχέση αγάπης. Πρός τά μέσα η ελευθερία Του είναι ελευθερία Τής Αγάπης. Πρός τά έξω Του η ελευθερία είναι επίσης ελευθερία αγάπης. Εξηγεί τόν Εαυτό Του ο Θεός καί η μεγαλύτερη εξήγηση πού έδωσε είναι ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός. Τά Χριστούγεννα είναι η μεγαλύτερη φανέρωση τής ελευθερίας τού Θεού ως αναλογική σχέση απείρου αγάπης, πρός τόν κόσμο καί τόν άνθρωπο.

π. Πορφύριος: Θανάτου νέκρωσιν απαρχή βιωτής αιωνίου.
Μακρυγιάννης: Εγώ πιστεύω σ αυτήν.
π.Νικόλαος: – «Ένθα τών εορταζόντων ήχος» καί η απέραντος ηδονή.
Εκφραστικό βιωματικό γεγονός αποτελεί η περιγραφή από ένα προσκυνητή-επισκέπτη τού Αγίου Πορφυρίου γιά τό τί σημαίνουν τά Χριστούγεννα καί τό Πάσχα γιά τόν κάθε άνθρωπο.

Σέ μία συνάντηση μέ τόν Άγιο Πορφύριο, λέγει στόν επισκέπτη του:
-Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν»;
-Ναί, γέροντα, τό ξέρω.
-Πές το.
Άρχισα γρήγορα-γρήγορα:
«Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου τήν καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, τής αιωνίου, απαρχήν καί σκιρτώντες υμνούμεν τόν αίτιον, τόν μόνον ευλογητόν τών πατέρων Θεόν καί υπερένδοξον».
-Τό κατάλαβες; ερωτά ο Άγιος.
-Ασφαλώς τό κατάλαβα.
Νόμισα, πώς μέ ρωτάει γιά τήν ερμηνεία του. Έκανε μία απότομη κίνηση τού χεριού του καί μού είπε:
Τίποτε δέν κατάλαβες, βρέ Γιωργάκη! Εσύ τό είπες σάν βιαστικός ψάλτης Άκου τί φοβερά πράγματα λέει αυτό τό τροπάριο:
Ο Χριστός μέ τήν Γέννησή Του καί μέ τήν Ανάστασή Του δέν μάς πέρασε απέναντι από ένα ποτάμι, από ένα ρήγμα γής, από μιά διώρυγα, από μιά λίμνη ή από τήν Ερυθρά Θάλασσα. Μάς πέρασε απέναντι από ένα χάος, από μία άβυσσο, πού ήταν αδύνατο νά τήν περάσει ο άνθρωπος μόνος. Αιώνες περίμενε ο κόσμος αυτό τό Πάσχα, αυτό τό πέρασμα. Ο Χριστός μάς πέρασε από τόν θάνατο στή ζωή. Γι’ αυτό λέμε «θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου τήν καθαίρεσιν». Χάθηκε ο θάνατος. Τό κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε τήν «απαρχή» τής «άλλης βιοτής, τής αιωνίου», τής ζωής κοντά Του.

Μίλαγε μέ ενθουσιασμό καί βεβαιότητα. Συγκινήθηκε. Σιώπησε γιά λίγο καί συνέχισε πιό δυνατά:
Τώρα δέν υπάρχει χάος, θάνατος, νέκρωση, Άδης, δέν υπάρχει διάβολος. Τώρα όλα είναι χαρά, χάρις στά Χριστούγεννα καί στήν Ανάσταση τού Χριστού μας. Αναστήθηκε καί μαζί Του αναστήθηκε η ανθρώπινη φύση. Τώρα μπορούμε κι εμείς νά αναστηθούμε, νά ζήσουμε αιώνια κοντά Του!
«Καί σκιρτώντες υμνούμεν τόν αίτιον». Έχεις δεί τά κατσικάκια τώρα τήν άνοιξη νά χοροπηδούν πάνω στό γρασίδι; Νά τρώνε λίγο από τή μάνα τους καί νά χοροπηδούν ξανά; Αυτό είναι τό σκίρτημα, τό χοροπήδημα. Έτσι έπρεπε κι εμείς νά χοροπηδούμε από χαρά ανείπωτη γιά τά Χριστούγεννα καί τήν Ανάσταση τού Κυρίου μας καί τήν δική μας.

Διέκοψε καί πάλι τόν λόγο του. Ανέπνεα μιά ευφρόσυνη ατμόσφαιρα.
-Μπορώ νά σού δώσω μιά συμβουλή; συνέχισε. Σέ κάθε θλίψη σου, σέ κάθε αποτυχία σου, σέ κάθε πόνο σου, νά συγκεντρώνεσαι μισό λεπτό στόν εαυτό σου καί νά λές αργά-αργά αυτό τό τροπάριο. Θά βλέπεις ότι τό μεγαλύτερο πράγμα στή ζωή σου -καί στή ζωή τού κόσμου όλου- έγινε. Η Ενανθρώπιση καί η Ανάσταση τού Χριστού, η σωτηρία μας. Καί θά συνειδητοποιείς ότι η αναποδιά πού σού συμβαίνει είναι πολύ μικρή γιά νά χαλάσει τήν διάθεσή σου.
Μού ‘σφιξε τό χέρι, λέγοντας:
-Σού εύχομαι νά «σκιρτάς» από χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τό χάος από τό οποίο μάς πέρασε ο Αναστάς Κύριος, «ο μόνος ευλογητός τών Πατέρων».
(Ένας προσκυνητής τού Αγίου Πορφυρίου.)

Εάν ο Θεός δρά αναλογικά πρός τόν κόσμο, τότε καί ο άνθρωπος ως κατ εικόνα πλασμένος μόνον μέ τόν ίδιο τρόπο μπορεί νά ασκήσει τήν ελευθερία του, τή δική του ελεύθερη ενέργεια, τή δική του ελεύθερη θέληση. Νά καταλάβει τόν Θεό αναλογικά αυτό πού είναι ο Θεός. Οι δύο αναλογίες σχέσεων, οι δύο ελευθερίες συναντώνται καί έχουμε μία «συνεργία».
Τό θαύμα πραγματώνεται σέ αυτή τήν συνάντηση. Όταν συμβεί αυτή η συνεργία, η συνάντηση τών δύο ελευθεριών, κανένας δέν ταυτίζεται από τόν άλλον, ούτε ο Θεός από τόν άνθρωπο, ούτε ο άνθρωπος από τόν Θεό. Είναι ο Θεός ελεύθερος, θελητικός καί ενεργητικός, αλλά σέ αναλογική σχέση αγάπης.

Αλλά είναι καί ο άνθρωπος ελεύθερος ενεργητικός καί θελητικός, μόνον ως σχέση αγάπης. Όχι ως αυθυπέρβαση μέ τήν έννοια ότι πετάει τόν εαυτό του στήν άκρη, αλλά μέ τήν έννοια ότι τόν εαυτό του, τίς ενέργειες τού εαυτού του, τής υπάρξεώς του τίς χρησιμοποιεί γιά νά καταλάβει αναλογικά τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Έχουμε νά κάνουμε μέ μιά αναλογία σχέσεως εν ελευθερία, όπου η ελευθερία αποτελεί στήν κυριολεξία ένα μοναδικό χαρακτηριστικό τού ανθρώπου, τό πλέον αξιόλογον, αλλά καί πολύ βαρύ. Δέν είναι όμως μιά ελευθερία ατομική, πού ξεκινά από τόν εαυτό του καί τελειώνει στόν εαυτό του, είναι μιά ελευθερία μέσα σέ σχέση. Τό θέλημα είναι πολύ ουσιαστικό στοιχείο γιά τόν άνθρωπο. Ήταν μιά λέξη άγνωστη στήν αρχαία φιλοσοφία. Δέν χρησιμοποιείται ποτέ από τούς αρχαίους φιλοσόφους, παρά μόνον από τούς ποιητές πού μέ τό «θέλημα» εκφραζόταν ο «καημός», τό δύσκολα πραγματοποιήσιμο.

Τό φυσικό θέλημα είναι μιά επιθυμία στόν άνθρωπο βαθειά άγνωστη, ριζωμένη βαθειά μέσα του, πού ζητά καί επιθυμεί γιά κάποιο λόγο ορέγεται μέσα στήν θλιβερότητα τής ύπαρξής του.
Θέλει νά βρεί τήν πλήρη οντότητα τής ύπαρξης του, τήν πληρότητα του. Είναι αυτό τό οποίο χαρακτηρίζει τόν νεότερο άνθρωπο, είναι όλη η φιλοσοφία περί επιθυμίας καί ψυχανάλυσης, δηλαδή ότι ο άνθρωπος επιθυμεί, χωρίς κι αυτός νά ξέρει τί θέλει. Ή μάλλον δέν ξέρει πώς νά τό κάνει αυτό πού θέλει, η τραγικότητα τής επιλογής τί νά επιλέξει, ελευθερία αυτοδικαίωσης ουσιαστική ανελευθερία ή ελευθερία αναλογικής σχέσεως, πραγματική ελευθερία.

Πέρα από τό φυσικό θέλημα, λέει ο άγιος Μάξιμος, υπάρχει καί τό γνωμικό θέλημα. Τό γνωμικό θέλημα είναι τό πώς θά χρησιμοποιήσω εγώ τό φυσικό θέλημα. Πώς δηλαδή θά τό χρησιμοποιήσω, πού θά τό πάω. Θά τό πάω στόν Θεό καί θά πώ, ει δυνατόν καί εφ όσον είναι αυτό αληθινή ελευθερία αυτό τό φυσικό θέλημα νά τό πράξω ή θά τό χρησιμοποιήσω μέ έναν ιδιοτελή τρόπο καί θά πώ, εγώ μόνος μου θά βρώ τήν πληρότητα αυτή εις βάρος όλων τών άλλων; Η ελευθερία αυτή θά εκπληρωθεί ως μία άρνηση, τών άλλων πραγμάτων-καταστάσεων (βλάβη στή φύση), τών άλλων ανθρώπων, μέ αποτέλεσμα νά αιχμαλωτισθώ από τόν ίδιον τόν εαυτό μου, ή θά εκπληρωθεί ως μία αναλογική σχέση, ως σχέση αγάπης μέ όλα καί μέ όλους.

Είπαμε ότι ο Θεός είναι όλος αγάπη, πού η κοινωνία του μέ τόν Υιό σημαίνει ότι προσφέρει ολόκληρη τήν ύπαρξή του στόν Υιό. Καί ο Υιός ξανά στόν Πατέρα. «Όπου ο Πατήρ εκεί καί ο Υιός, εκεί καί τό Άγιον Πνεύμα, ο τρόπος λειτουργίας τής Αγίας Τριάδος.
Η ελευθερία η δική μου, η ελευθερία τού ανθρώπου, είναι μιά ελευθερία η οποία, εάν προχωρήσει στόν δρόμο τού Θεού πού είναι η πηγή της, είναι μιά ελευθερία εις τήν οποίαν θά περιληφθούν ολόκληρη η ανθρωπότητα, ολόκληρος ο κόσμος, θά γίνει ομοούσια η ανθρωπότητα μέσα μου, θά είναι μιά ελευθερία προσφερόμενη στόν Θεό καί στούς άλλους ανθρώπους. Εάν δέν υπάρξει αυτή η μορφή ελευθερίας, τότε θά έχουμε μιά μορφή ελευθερίας τήν οποία η φιλοσοφική παράδοση ονόμασε «θέληση γιά δύναμη». Θά είναι μιά ελευθερία η οποία θά σημαίνει ότι τό μοναδικό υποκείμενο στήν ιστορία είμαι εγώ καί μόνον.
Καί εδώ αρχίζει η συντριβή εκ τής κίνησης πρός τά μέσα, η παράνοια, καί εδώ αρχίζουν όλα τά ψυχικά προβλήματα, εδώ αρχίζει καί η κατάθλιψη ακόμη, εδώ είναι οι παραλογισμοί, ο πύργος τής Βαβέλ, οι πόλεμοι καί οι πανδημίες καί ποιό πέρα οι βιασμοί τής φύσης καί οι συνέπειές των, οι καταιγίδες καί οι καταποντισμοί.

Η ελευθερία, όπως τή γνωρίζουμε εμείς, είναι μιά ελευθερία η οποία λέει ναί μένω στό ανθρώπινο θέλημα, λέει μόνον ναί στήν πληρότητα τής ανθρώπινης ματαιοδοξίας χωρίς αναφορά στήν πηγή τής ελευθερίας μας. Έρχεται ο Θεός καί μού λέει κάνε τήν μέ τόν δικό Μου τρόπο, αγαπητικά καί αναλογικά. Εγώ τήν ελευθερία μου τή χρησιμοποιώ ως σχέση πρόνοιας καί αγάπης, αναλογικά μέ σένα. Ήρθα ως άνθρωπος. Κάνε καί εσύ τό ίδιο, χρησιμοποίησε τήν ελευθερία σου αναλογικά, δηλαδή χρησιμοποίησε τήν ελευθερία σου μέ σύνεση ως σχέση δικαιοσύνης καί αγάπης, ως άνοιγμα σεβασμού στήν κτίση καί συναλληλία πρός τούς ανθρώπους. Χρησιμοποίησε όλα αυτά τά οποία θέλεις, μέ τέτοιο τρόπο ώστε νά ωφελούνται όλα καί οι άλλοι όλοι.

Είμαι επίσκοπος ή είμαι πρεσβύτερος, είτε είμαι κυβερνήτης, είμαι πολιτικός, είμαι δημοσιογράφος, είμαιστοχαστής, είμαι δάσκαλος, είμαι εργοδότης, είμαι απλός εργαζόμενος. Αυτό είναι ένα χάρισμα τό οποίο έχω. Θέλεις νά είσαι επίσκοπος ή ότι άλλο είσαι καί καλά κάνεις καί θέλεις. Τό θέλει καί ο Θεός. Εάν αυτό τό ιδιοποιηθείς, ή τό ότι είσαι τό χρησιμοποιήσεις γιά σένα καί μόνον, σημαίνει ότι οι άλλοι δέν μπαίνουν εκεί μέσα. Είναι μιά ελευθερία, μιά χρήση τής ελευθερίας πού είναι ουσιαστικά μιά θέληση ερήμην. Είναι μιά ελευθερία η οποία σέ κλείνει μέσα στό είναι σου. Σέ κλείνει μέσα στά δεδομένα σου. Καί γι αυτό καί είναι αδιέξοδη η ελευθερία σου. Εάν όμως πείς ότι είσαι γιά νά καλλιεργήσεις τά χαρίσματα σου καί συγχρόνως καί τών άλλων, ώστε νά συλειτουργείτε κυριολεκτικά, νά λειτουργήσεις ως εικόνα τού Θεού καί νά κατανοήσεις καί τούς άλλους ακριβώς ως εικόνες Θεού, αμέσως τότε η ελευθερία σου γίνεται ένας τρόπος στό νά γίνεις παν-άνθρωπος, νά αποκτήσεις τό ομοούσιο, νά αγκαλιάσεις όλους τούς ανθρώπους καί νά σέ αγκαλιάσουν.

Ενώ έμείς οι οποίοι έχουμε μάθει σέ αυτή τή φίλαυτη χρήση τού θελήματός μας, ή έχουμε μάθει νά μάς κόβουν τό θέλημα κάποιοι άλλοι τούς οποίους στή συνέχεια βέβαια μισούμε. Καί αυτό τό μίσος είναι πολλές φορές τό ίδιο ή καί περισσότερο καταστροφικό μέ τή θέληση τού άλλου γιά δύναμη καί επιβολή.
Μέ μιά ρητορική ερώτηση μπορεί νά δηλωθεί ο τρόπος λειτουργίας τής ελευθερίας. Η ελευθερία κατακτάτε ή δωρίζεται; Η ελευθερία είναι αυτοπροσφορά, δωρίζεται. Αυτό τό δωρίζεται, τό προσφέρεται είναι τό βαθύτερο νόημα τής ελευθερίας,μέ τό νά αντιδωρίζεται, αντί νά διεκδηκείται.
Είπαμε ότι η ελευθερία τού Θεού είναι μιά ελευθερία πρός τά έξω αναλογικής σχέσης πρόνοιας καί αγάπης. Λοιπόν, καί η ελευθερία τού ανθρώπου, ως εικόνα Θεού, βρίσκει τό δρόμο της στό νά γίνει μιά αναλογική σχέση δικαιοσύνης καί αγάπης μέ τούς άλλους. Είπαμε ότι τό θέλημα δέν καταργείται, αλλά έχει απλώς τή δυνατότητα γιά νά γίνει ή θέλημα – εξουσία, κλείσιμο επομένως στόν εαυτό, ή νά γίνει όντως ελευθερία όπως είναι τού Θεού, αγαπητική, αναλογική, δίκαιη, ευχάριστη, χαρίζοντας παντού χαρά καί ο ενεργών νά απολαμβάνει διπλή χαρά.

Η ελευθερία αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό τής ταυτότητάς μας μέσα στήν εκκλησία. Η ελευθερία είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό τού Θεού. Όχι όμως μέ αρνητική μορφή, ελευθερία Θεού τιμωρού. Αλλά ελευθερία Θεού αγάπης επειδή παραχωρεί, παιδαγωγεί τήν ελευθερία τού ανθρώπου καί τήν ομορφαίνει, τήν κάνει σοφία. Είναι ελευθερία ως αγάπη. Ο άνθρωπος ως εικόνα Θεού είναι ελεύθερος καί ενώ είναι ελεύθερος δέν είναι δυνατόν ποτέ μά ποτέ νά αρνείται τόν Θεόν καί νά μισεί τόν συνάνθρωπο, η όντως ελευθερία είναι μιά ελευθερία ενεργητική, μιά ελευθερία σχέσης, μία ελευθερία κατανόησης, μιά ελευθερία αγάπης.
Καί αυτό πραγματώνεται στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, στήν Ορθόδοξη λατρεία, στήν Ορθόδοξη Θεία Κοινωνία μέ τό κοινό ποτήριο στή Θεία Λειτουργία, καί μέ τό Ορθόδοξο ήθος, αγαπώντας όλους τούς ανθρώπους όχι μόνον τούς φίλους, τούς ομοϊδεάτες αλλά καί τούς εχθρούς ακόμη.

Διασκευή π. Γεωργίου Καλαντζή
από Κείμενα π. Αθανασίου Γιέφτιτς καί π. Νικολάου Λουδοβίκου.